Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀκατάσβεστος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ἀκατάσβεστος Medium diacritics: ἀκατάσβεστος Low diacritics: ακατάσβεστος Capitals: ΑΚΑΤΑΣΒΕΣΤΟΣ
Transliteration A: akatásbestos Transliteration B: akatasbestos Transliteration C: akatasvestos Beta Code: a)kata/sbestos

English (LSJ)

ον,

   A unslaked, τίτανος Gal.12.471; unquenchable, ἐλλύχνια Apollon.Mir.36.

Greek (Liddell-Scott)

ἀκατάσβεστος: -ον, ὃν δὲν δύναταί τις νὰ σβέσῃ, Γαλην.

Spanish (DGE)

-ον
1 no apagado ἀ. τίτανος cal viva Gal.12.471, Hippiatr.Cant.80.20.
2 que no se consume ἐλλύχνια ἀκατάσβεστα καιόμενα μετ' ἐλαίου mechas que arden sin consumirse con aceite Apollon.Mir.36, φλόξ en sent. fig. MAMA 10.134.6 (Apia III d.C.).

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀκατάσβεστος, -ον) κατασβέννυμι
αυτός που δεν έχει ή δεν μπορεί να σβήσει εντελώς
νεοελλ.
μτφ. ο ασίγητος, ο αγαλήνευτος.