Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀκαχίζω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἀκᾰχίζω Medium diacritics: ἀκαχίζω Low diacritics: ακαχίζω Capitals: ΑΚΑΧΙΖΩ
Transliteration A: akachízō Transliteration B: akachizō Transliteration C: akachizo Beta Code: a)kaxi/zw

English (LSJ)

[ᾰκ], only pres.,

   A trouble, grieve, τινά Od.16.432:—Med., μὴ . . λίην ἀκαχίζεο θυμῷ be not troubled, Il.6.486: c. part., μή τι θανὼν ἀκαχίζευ Od.11.486.

German (Pape)

[Seite 70] (ἀχ, ἄχος), betrüben, τινά. Od. 16, 432; pass. betrübt sein, Il. 6, 486; μη θανὼν ἀκαχίζευ, darüber, daß du gestorben, Od. 11, 486. Dazu gehören: aor. II. ἤκαχε: λαὸν Ἀχαιῶν Il. 16, 822, ἥ ἑ μάλιστα ἤκαχ' ἀποφθιμένη, durch ihren Tod, Od. 15, 357; ἥκαχε Θεσπρωτούς, hatte sie geschädigt, Od. 16, 427; med. μνηστῆρες ἀκάχοντο, waren traurig, neben κατήφησάν τ'ἐνὶ θυμῷ Od. 16, 342; ἀκάχοιτο Il. 8, 207 u. im Ggstz von γηθήσειεν 13, 344; ἀκαχοίμην c. dat., θανόντι, Od. 1, 236; c. gen. Il. 16, 16. Aber Hes. Th. 868 ist ἀκαχών intrans.; – aor. I. ἀκάχησε, τοκῆας Il. 23, 223;– fut. ἀκαχήσει H. h. Merc. 286; – perf. ἀκάχημαι, ich bin betrübt, Od. 8, 314. 19, 95; ἀκαχήμενοι ἦτορ Od. 9, 62; τινός Il. 11, 702. 24, 550; ἀκηχέμεναι 18, 29; 5, 364; ἀκάχησθαι 19, 335. Dahin gehört ἀκηχέδατ' 17, 637 für ἀκάχηνται, u. ἀκαχείατο 12, 179 für ἀκάχηντο. – Oft bei aler. Dichtern; auch Theocr. 8, 91 hat ἀκάχοιτο. – Vgl. ἄχομαι, ἄχνυμαι.

Greek (Liddell-Scott)

ἀκᾰχίζω: [ᾰκ], (ἀχέω, ἀκαχεῖν) ἐν χρήσει μόνον κατ’ ἐνεστῶτα, ἐνοχλῶ, ἀνιῶ, τινά, Ὀδ. Π. 432. - Μέσ. μὴ λίην ἀκαχίζεο θυμῷ, μὴ ἐνοχλοῦ, Ἰλ. Ζ. 486: μετὰ μετοχ., μή τι θανὼν ἀκαχίζευ, μὴ ταράσσου πρὸ τοῦ θανάτου, Ὀδ. Λ. 486.

French (Bailly abrégé)

seul. prés.
affliger;
Moy. (seul. impér. ἀκαχίζεο ou ἀκαχίζευ) s’affliger, être affligé.
Étymologie: R. Ἀχ ; cf. *ἄχω.

English (Autenrieth)

(root αχ), aor. ἤκαχε, ἀκαχεῖν, and ἀκάχησε, mid. ἀκαχίζομαι, pf. ἀκάχημαι, 3 pl. ἀκηχέδαται, part. also ἀκηχεμένη, αι, inf. ἀκαχῆσθαι, plup. 3 pl. ἀκαχείατο, aor. ἀκάχοντο, -οιτο: distress, grieve, Od. 16.432, Il. 23.223; mid., be distressed, grieve; with causal gen. or dat., θανόντι, ‘were he dead,’ Od. 1.236 ; ἀκαχημένοι ἦτορ, ‘with aching hearts’; θῦμῷ, Il. 6.486. Cf. ἄχος, ἀχέω, ἀχεύω, ἄχνυμαι.

Spanish (DGE)

(ἀκᾰχίζω)
• Prosodia: [ᾰ-]

• Morfología: v. med. pres. imperat. ἀκαχίζεο Il.6.486, ἀκαχίζευ Od.11.486, act. impf. ἀκάχιζε Q.S.3.112, GDRK 26.1re.12; aor. ind. tem. ἤκαχες Nonn.D.8.79; v. med. perf. ind. ἀκηχέδαται Il.17.637, part. c. acent. de pres. ἀκαχήμενος Il.19.312, 11.702, Hes.Th.99, ἀκηχέμενος Il.5.364, 18.29, plusperf. ἀκαχήατο Il.12.179, cf. ἀκάχομαι, ἄχνυμαι, ἄχομαι
1 causar dolor, entristecer θανὼν ... ἀκάχησε τοκῆας Il.23.223, πολλοὺς δ' ἀγραύλους ἀκαχήσεις h.Merc.286, μηδ' ἀκάχιζε Διὸς νόον GDRK 26.1re.12, ὃ δ' ἀθάνατόν περ ἐόντα θνητὸς ἐὼν ἀκάχιζε Q.S.3.112, ἤκαχες Ἀπόλλωνα Nonn.D.8.79.
2 en v. med. sentir y expresar dolor o disgusto c. ac. de rel. θεοὶ ἀκαχήατο θυμόν Il.12.179, δμῳαὶ θυμὸν ἀκηχέμεναι Il.18.29, ἀκαχήμενοι ἦτορ Od.9.62, ἀ. κραδίην Hes.l.c.
c. dat. μὴ λίην ἀκαχίζεο θυμῷ Il.6.486, c. part. ὁρόων ἀκάχημαι Od.8.314, cf. Il.17.637, μή τι θανὼν ἀκαχίζευ Od.11.486.

• Etimología: Cf. ἄχος.

Greek Monolingual

ἀκαχίζω (Α)
1. θλίβω, πικραίνω (Όμ. π 432)
2. παθ. στενοχωρούμαι, πικραίνομαι (Όμ. δ 806).
[ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος (σε -ίζω) τ. του ρήματος ἄχομαι, που έχει προέλθει με αναδιπλασιασμό (πρβλ. τους επίσης αναδιπλασιασμένους τύπους αορίστου και παρακειμένου του ρ. ἄχομαι: ἤκαχε, ἀκάχησε, ἀκάχημαι, καθώς και τον ένεστ. τ. ἀκαχύνω].

Greek Monotonic

ἀκᾰχίζω: [ᾰκ] (ἀχέω), μόνο σε ενεστ., ενοχλώ, θλίβω, πικραίνω, στενοχωρώ· τινά, σε Ομήρ. Οδ. — Παθ., μὴ λίην ἀκαχίζεο θυμῷ, μην ενοχλείσαι, σε Ομήρ. Ιλ.· μή τι θανὼν ἀκαχίζευ, μην θλίβεσαι ενώπιον του θανάτου, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀκαχίζω: (ᾰκ)
1) огорчать, печалить, повергать в скорбь, удручать (τινά Hom., HH); med.-pass. огорчаться, горевать: ἑ μάλιστα ἤκαχ᾽ ἀποφθιμένη Hom. ее смерть погрузила его в глубокую скорбь; ἀκαχίζεσθαί (ἀκάχησθαί) τινος или τινι Hom. быть опечаленным чем-л.; ὁρόων ἀκάχημαι Hom. видя (это), я опечалился;
2) огорчаться, горевать Hes.

Etymological

See also: ἄχομαι

Middle Liddell

ἀχέω
to trouble, grieve, τινά Od.:—Pass., μὴ λίην ἀκαχίζεο θυμῶι be not troubled in mind, Il.; μήτι θανὼν ἀκαχίζευ be not grieved at death, Od.