Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀκολασία

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἀκολᾰσία Medium diacritics: ἀκολασία Low diacritics: ακολασία Capitals: ΑΚΟΛΑΣΙΑ
Transliteration A: akolasía Transliteration B: akolasia Transliteration C: akolasia Beta Code: a)kolasi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A licentiousness, intemperance, opp. σωφροσύνη, Hecat. 144, Antipho 4.1.6, Th.3.37, Pl.Grg.505b, cf. Arist.EN1107b6, etc.: pl., Lys.16.11, Pl.Lg.884.

Greek (Liddell-Scott)

ἀκολᾰσία: ἡ, τὸ ἀχαλίνωτον, ἡ ἀκράτεια, ἀντίθ. τῷ σωφροσύνη, Ἑκαταῖ. 144, Ἀντιφ. 125. 35, Θουκ. 3. 37, Πλάτ., κτλ. Πρβλ. Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 2. 7, 3. κατὰ πληθ. Λυσ. 146. 34, Πλάτ. Νομ. 884.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
défaut de répression ; licence, désordre.
Étymologie: ἀ, κολάζω.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): jón. -ίη Hp.Decent.5
1 relat. al comportamiento individual desenfreno, libertinaje op. σωφροσύνη Hecat.169, ἀμαθία τε μετὰ σωφροσύνης ὠφελιμώτερον ἢ δεξιότης μετὰ ἀκολασίας la ignorancia unida a la prudencia es más ventajosa que la sabiduría unida al desenfreno Th.3.37, μεσότης μὲν σωφροσύνη ὑπερβολὴ δὲ ἀκολασία Arist.EN 1107b6, ἐς ἀκολασίαν δαπανηρούς Arist.EN 1119b31, def. τὸ ὑπὸ τῶν ἡδονῶν ἄρχεσθαι Pl.Phd.69a, περὶ τὰ ἀφροδίσια ἀκολασία Pl.Ti.86d, en serie c. κύβοι y πότοι Lys.16.11, κυβεία καὶ ἄλλαι ἀκολασίαι Aen.Tact.5.2, c. gen. ἀ. τῶν παθῶν LXX 4Ma.13.7.
2 relat. al comportamiento social o político indisciplina, intemperancia τῆς ὑπαρχούσης ἀκολασίας ἐπειρώμεθα μετριώτεροι ἐς τὰ πολιτικὰ εἶναι Th.6.89, ἐν γὰρ τοῖς βελτίστοις ἔνι ἀ. τε ὀλιγίστη καὶ ἀδικία pues entre los nobles la indisciplina y la injusticia son mínimas X.Ath.1.5, δούλων ἀ. X.Ath.1.10, νέων Pl.Lg.884a, junto a ἀκοσμία Pl.Grg.492c, junto a ἀδικία Pl.Sph.228e, junto a ἀπληστίη Hp.l.c., op. εὐταξία Isoc.8.102, τοσαύτη ἦν ἡ τοῦ Νέρωνος ἀ. D.C.62.15.1.

Greek Monolingual

η (Α ἀκολασία)
ροπή σε ασελγείς και ανήθικες πράξεις, εκφυλισμός, φιληδονία, ηδυπάθεια (αντίθ. του εγκράτεια)
[ΕΤΥΜΟΛ. < -στερητ. + κόλασις < κολάζω.

Greek Monotonic

ἀκολᾰσία: ἡ (ἀκόλαστος), παραλυσία, ασωτία, ακράτεια, έλλειψη εγκράτειας, σε Θουκ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἀκολᾰσία:
1) недисциплинированность, разнузданность, распущенность Thuc., Plat., Arst., Plut.;
2) бесчинство (κύβοι ἢ πότοι ἢ αἱ τοιαῦται ἀκολασίαι Lys.).

Middle Liddell

ἀκόλαστος
licentiousness, intemperance, Thuc., etc.