Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀλαζὼν

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek (Liddell-Scott)

ἀλαζὼν: [ᾰ], όνος, ὁ, ἡ (ἄλη)· κυρίως, ὁ ἀνὰ τὴν χώραν πλανώμενος, ἀνέστιος, πλάνης, Ἀλκαῖ. Κωμ. ἐν Ἀδηλ. 5. ΙΙ. ὡς τὸ ἀγύρτης, ψευδῶς κομπάζων, ἀπατεών, ἰδίως ἐπὶ τῶν σοφιστῶν, Κρατῖν. ἐν Ἀδήλ. 41, Ἀριστοφ. Νεφ. 102, Πλάτ. Φαίδων 92D, καὶ ἀλλ., πρβλ. Ξεν. Κύρ. 2. 2, 12, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 4. 7, 11, καὶ ἴδε ἀλαζονεία. 2) ὡς ἐπίθ., κομπαστικός, ματαιόφρων, Λατ. gloriosus, Ἡρόδ. 6. 12· ἀλ. λόγοι, Πλάτ. Πολ. 560C: - Ὑπερθ. ἡδονὴ ἀλαζονιστάτη (οὐχὶ -εστάτη, ἴδε Εὐστ. 1441. 27), ἀναιδεστάτη, Πλάτ. Φίλ. 65C.