Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμέλεια

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός → Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀμέλεια Medium diacritics: ἀμέλεια Low diacritics: αμέλεια Capitals: ΑΜΕΛΕΙΑ
Transliteration A: améleia Transliteration B: ameleia Transliteration C: ameleia Beta Code: a)me/leia

English (LSJ)

ἡ, indifference, negligence, Th.1.122, 5.38, etc.; θεῶν towards the gods, Pl.Lg. 905b, cf. ib.903a: also in plural, negligences, Id.R.443a, Arist.Rh.1370a15.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 121] ἡ, Sorglosigkeit, Vernachlässigung, Thuc. 1. 122. 2, 51; περὶ θεῶν Plat. Legg. X, 903 a; πάντων θεῶν 905 a; τὴν σαυτοῦ ἀμέλειαν Apol. 25 c; so Xen. u. Redner; auch im plur., Plat. Rep. IV, 443 a.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμέλεια: ἡ, ὁ χαρακτὴρ καὶ ἡ διαγωγὴ τοῦ ἀμελοῦς = ἀδιαφορία, ὀλιγωρία, ἀμέλεια Θουκ. 1. 122., 5. 38 κτλ. τινός, πρός τινα, Πλάτ. Νόμ. 905Β: περί τινος αὐτόθι 903Α: ὡσαύτως κατὰ πληθ. γονέων ἀμέλειαι Πλατ. Πολ. 443Α, Ἀριστ. Ρητ. 1. 11, 4.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
négligence, indifférence.
Étymologie: ἀμελής.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
• Alolema(s): jón. ἀμελείη Hp.Int.26; ἀμελίη Hp.Praec.5; ἀμελία E.IA 850, pap. e inscr., cf. ἀμελία καὶ ἀμέλεια Hdn.Gr.1.292
1 en gener. negligencia, abandono, descuido, despreocupación, indiferencia c. gen. obj. τοῦ σώματος ταῖς ἀμελείαις Democr.B 159, ὑπὸ ἀμελείης τοῦ σχήματος por descuido con respecto a la posición (de los heridos, en la cama), Hp.Fract.11, τῶν οἰκείων ἀ. despreocupación por los asuntos personales Pl.Phdr.231b, Isoc.8.84, σαυτοῦ ἀ. Pl.Ap.25c, γονέων Pl.R.443a, πάντων ἀ. θεῶν Pl.Lg.905b, cf. Isoc.12.186, παροράματα δι' ἀμέλειαν errores por descuido Longin.33.4, ἐὰν ἀμέλιά τις γένηται τῶν ὑδά[τ] ων PWisc.34.9 (II d.C.)
c. gen. subjet, οὐκ ἄχθονται τῇ ἀμελείῃ τῶν τετρωμένων no están disgustados por la despreocupación de los heridos Hp.Art.14, δι' ἀμελίαν γεωργῶν PTeb.61a.176 (II a.C.), τὰς ἀ. καὶ ῥᾳθυμίας τῶν φίλων Plu.2.95d
abs. οὐκ ἴσμεν ὅπως ... τῶν ... ξυμφορῶν ἀπήλλακται, ἀξυνεσίας ἢ μαλακίας ἢ ἀμελείας Th.1.122, cf. 5.38, Pl.Lg.903a, X.Mem.2.1.6, 2.7.7, ἀλλ' ἀμελίᾳ δὸς αὐτὰ καὶ φαύλως φέρε no le des importancia y despreocúpate E.IA 850, ἀνήρ γὰρ ὅστις εὖ βίον κεκτημένος τὰ μὲν κατ' οἴκους ἀμελίᾳ παρεὶς ἐᾷ E.Fr.187, τῆς ἡμετέρας ἀμελείας ἄν τις θείη podría atribuirse a nuestra negligencia D.1.10, cf. Arist.Rh.1370a15, VV 1251a22, Luc.Iud.Voc.3, ἐνθάδε ταφέντα Βασήληον ζήσαντα ἐν ἀμελίᾳ βίον a Basilio aquí enterrado que vivió una vida sin preocupaciones, BCH 6.517, ὡς μὴ χρόνῳ καὶ ἀμελίᾳ (ἡ οἰκία) καταριφθείη SIG 837.10 (II a.C.), cf. POxy.2723.9 (III a.C.), BGU 1003.9 (III a.C.), PIand.23.14 (VI/VII a.C.).
2 medic. falta de cuidados, falta de asistencia ἄξιοι μὲν ἀμελίης, οὐ μέντοι γε κολάσιος (los enfermos que cambian de médico) son dignos de que no se les atienda, pero no de que se les castigue Hp.Praec.5, cf. Int.26, ἔθνῃσκον δὲ οἱ μὲν ἀμελεία, οἱ δὲ καὶ πάνυ θεραπευόμενοι muchos se morían sin asistencia médica, pero otros con todos los cuidados Th.2.51.
3 en sent. moral falta, pecado ἀμελίας τε καὶ ὕβρεως ἀσέβειαν διώκει IGLS 1.117 (Nemrud Dagh I a.C.), τὰς ἀμελείας ἡμῶν φαίνεσθαι τῷ προσώπῳ σου nuestros pecados aparecen ante tu rostro Sm.Ps.89.8
indiferencia moral τὸν δι' ἀμέλειαν τὰ σπέρματα τῆς ἁμαρτίας κεχωρηκότα Origenes Princ.3.1.13.

Greek Monolingual

η (Α ἀμέλεια) [ἀμελὴς (Ι)]
έλλειψη φροντίδας, ενδιαφέροντος και προσοχής, παραμέληση, αδιαφορία
νεοελλ.
(ως νομικός όρος) απροσεξία που συνεπάγεται ποινή
«φόνος εξ αμελείας», χωρίς πρόθεση, χωρίς δόλο.

Greek Monotonic

ἀμέλεια: ἡ (ἀμελής), αδιαφορία, ολιγωρία, παραμέληση, σε Θουκ. κ.λπ.· ἀμέλειά τινος, απέναντι σε κάποιον, περί τινος, σχετικά με κάτι, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀμέλεια: ἡ тж. pl. беззаботность, небрежность, нерадение, равнодушие (μαλακία ἢ ἀ. Thuc.): ἀ. τινος Xen., Plat. и περί τινος Plat. безразличие к чему-л.; τεθνάνα ἀμελεία Thuc. умереть от отсутствия ухода.

Middle Liddell

ἀμελής
indifference, negligence, Thuc., etc; τινος towards a person, περί τινος about a thing, Plat.

English (Woodhouse)

ἀμέλεια = carelessness, heedlessness, neglect, remissness

⇢ Look up "ἀμέλεια" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)