Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμαίευτος

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: ἀμαίευτος Medium diacritics: ἀμαίευτος Low diacritics: αμαίευτος Capitals: ΑΜΑΙΕΥΤΟΣ
Transliteration A: amaíeutos Transliteration B: amaieutos Transliteration C: amaieftos Beta Code: a)mai/eutos

English (LSJ)

ον,

   A not yet delivered, Nonn.D.1.5; γαστήρ 41.133.    II without aid of midwife, λοχείη Opp.C.1.40.

German (Pape)

[Seite 114] 1) noch nicht entbunden, jungfräulich, Noun. D. 41, 133. – 2) ohne Hebamme, λοχεία Opp. C. 1, 40, mit der v. l. ἀμαίωτος.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμαίευτος: -ον, ἡ μὴ λαβοῦσά ποτε ἀνάγκην μαίας, ὅ ἐστι: κόρη, παρθένος, Νόνν. Δ. 41. 133. ΙΙ. ἄνευ τῆς βοηθείας μαίας, Ὀππ. Κ.1. 40.

Spanish (DGE)

-ον
1 que todavía no ha parido, γαστήρ Nonn.D.41.133.
2 no asistido por comadrona βρέφος ἡμιτέλεστον ἀμαιεύτοιο τεκούσης niño a medio formar de una parturienta no asistida por comadrona del nacimiento de Baco del muslo de Zeus, Nonn.D.1.5
que no necesita comadrona λοχείη Opp.C.1.40
fig. θεσμός Nonn.Par.Eu.Io.3.6.

Greek Monolingual

-η, -ο (Μ ἀμαίευτος, -ον) μαιεύομαι
νεοελλ.
αυτός που δεν εκμαιεύθηκε, δεν αποσπάστηκε με έντεχνη προσπάθεια
μσν.
1. (για τοκετούς) αυτός που δεν χρειάστηκε την επέμβαση μαίας
2. (για γυναίκες) αυτή που ακόμη δεν χρειάστηκε μαμμή, που δεν γέννησε, κόρη παρθένα.