Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμετροπότης

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἀμετροπότης Medium diacritics: ἀμετροπότης Low diacritics: αμετροπότης Capitals: ΑΜΕΤΡΟΠΟΤΗΣ
Transliteration A: ametropótēs Transliteration B: ametropotēs Transliteration C: ametropotis Beta Code: a)metropo/ths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A drinking to excess, AP 9.644 (Agath.), Zen.5.19.

German (Pape)

[Seite 123] λαιμός, der unmäßig trinkende, Agath. 55 (IX, 644).

Greek (Liddell-Scott)

ἀμετροπότης: -ου, ὁ, ὁ ἀμέτρως πίνων, Ἀνθ. Π. 9. 644.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
qui boit sans mesure.
Étymologie: ἄμετρος, πίνω.

Spanish (DGE)

-ον, ὁ
bebedor sin medida, AP 9.644 (Agath.), Zen.5.19.

Greek Monolingual

ο (Μ ἀμετροπότης)
αυτός που πίνει άμετρα, υπερβολικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἄμετρος + πότης.
ΠΑΡ. νεοελλ. αμετροποσία].

Greek Monotonic

ἀμετροπότης: -ου, ὁ (πίνω), αυτός που πίνει σε υπερβολικό βαθμό, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ἀμετροπότης: безмерно пьющий (λαιμός Anth.).

Middle Liddell

ἄμετρος, πίνω
drinking to excess, Anth.