Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμφίδοχμος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: ἀμφίδοχμος Medium diacritics: ἀμφίδοχμος Low diacritics: αμφίδοχμος Capitals: ΑΜΦΙΔΟΧΜΟΣ
Transliteration A: amphídochmos Transliteration B: amphidochmos Transliteration C: amfidochmos Beta Code: a)mfi/doxmos

English (LSJ)

ον, (δοχμή)

   A as large as can be grasped, λίθος ἀ. X.Eq. 4.4, cf. Poll.1.200, Hsch.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμφίδοχμος: -ον, (δοχμὴ) λίθος χειροπληθὴς ἔχων μέγεθος δοχμῆς, Ξεν. Ἱππ. 4. 4.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
assez gros pour remplir les deux mains.
Étymologie: ἀμφί, δοχμή.

Spanish (DGE)

-ον
que tiene que ser abarcado por ambos lados λίθος X.Eq.4.4, cf. Poll.1.200, Hsch.

Greek Monolingual

ἀμφίδοχμος, -ον (Α)
(για λίθους) αυτός που έχει μέγεθος δοχμής (= σπιθαμής), που μπορεί να χωρέσει στη φούχτα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι- + δοχμή ή δόχμη].

Greek Monotonic

ἀμφίδοχμος: -ον (δοχμή), τόσο μεγάλος όσος μπορεί να πιάσει το χέρι, λίθος, σε Ξεν.· πρβλ. χειροπληθής.

Russian (Dvoretsky)

ἀμφίδοχμος: обхватываемый кистью руки, могущий уместиться в руке (λίθος Xen.).

Middle Liddell

δοχμή
as large as can be grasped, λίθος Xen.; cf. χειροπληθής.