Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνάλλομαι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἀνάλλομαι Medium diacritics: ἀνάλλομαι Low diacritics: ανάλλομαι Capitals: ΑΝΑΛΛΟΜΑΙ
Transliteration A: anállomai Transliteration B: anallomai Transliteration C: anallomai Beta Code: a)na/llomai

English (LSJ)

   A leap, spring up, Ar.Ach.669; ἐπὶὄχθους X.Eq.Mag.8.3.

German (Pape)

[Seite 196] hinaufspringen, ἐπ' ὄχθους, von Pferden, Xen. Equ. 8, 3; aor. I. ἀνήλατο, Ar. Ach. 641; aor. II. ἀναλόμενος, Dion. H. 3, 54.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνάλλομαι: ἀποθ., ἐκπηδῶ, πηδῶ πρὸς τὰ ἄνω, πηδῶν ἀναβαίνω, Ἀριστοφ. Ἀχ. 669· ἐπ’ ὄχθους ἀνάλλεσθαι Ξεν. Ἵππαρχ. 8, 3.

French (Bailly abrégé)

sauter ; ἐπί τινα sur ; ἔκ τινος hors de.
Étymologie: ἀνά, ἅλλομαι.

Spanish (DGE)

• Morfología: [aor. dór. ἀνάλατο Theoc.8.88]
saltar hacia arriba c. tm. ἀνὰ δ' ἰχθύες ... 'ξ ὕδατος ἅλλοντο Simon.62.4, ἐξ ἀνθράκων ... φέψαλος Ar.Ach.669, ἐπ' ὄχθους X.Eq.Mag.8.3
abs. dar un salto ὁ παῖς Theoc.l.c., cf. Plu.Caes.47, ἡ ἀλώπηξ Aesop.9.1.

Greek Monolingual

ἀνάλλομαι (Α)
πηδώ προς τα επάνω, αναπηδώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀν(α)- + ἅλλομαι «πηδώ»].

Greek Monotonic

ἀνάλλομαι: μέλ. -ᾱλοῦμαι, αόρ. αʹ -ηλάμην, αποθ. εκπηδώ, αναπηδώ, σε Αριστοφ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἀνάλλομαι: (aor. 1 ἀνηλάμην - дор. ἀνᾱλάμην) вскакивать, вспрыгивать Arph., Xen., Theocr.

Middle Liddell


Dep. , to leap or spring up, Ar., Xen.

Chinese

原文音譯:¤llomai 哈羅買
詞類次數:動詞(3)
原文字根:躍 相當於: (דָּלַג‎) (צָלַח‎)
字義溯源:跳*,跳起,湧,湧出
同源字:1) (ἀγαλλίασις)狂歡 2) (ἅλλομαι / ἀνάλλομαι)跳 3) (ἐξάλλομαι)向前跳 4) (ἐνάλλομαι / ἐφάλλομαι)跳在其上
同義字:1) (ἅλλομαι / ἀνάλλομαι)跳 2) (ἀναπηδάω)跳起來 3) (σκιρτάω)跳躍
出現次數:總共(3);約(1);徒(2)
譯字彙編
1) 他⋯跳起來(1) 徒14:10;
2) 跳著(1) 徒3:8;
3) 湧(1) 約4:14