Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναντίληπτος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀναντίληπτος Medium diacritics: ἀναντίληπτος Low diacritics: αναντίληπτος Capitals: ΑΝΑΝΤΙΛΗΠΤΟΣ
Transliteration A: anantílēptos Transliteration B: anantilēptos Transliteration C: anantiliptos Beta Code: a)nanti/lhptos

English (LSJ)

ον, A insensible to, ἀλγηδόνων Dsc.Eup.1.12.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Spanish (DGE)

-ον insensible a ἀλγηδόνων Dsc.Eup.1.12.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀναντίληπτος, -ον)
νεοελλ.
1. αυτός που δεν έγινε αντιληπτός, αισθητός
2. αυτός που δεν έτυχε κοινωνικής αντιλήψεως και περιθάλψεως
αρχ.
αυτός που δεν αντιλαμβάνεται, δεν αισθάνεται κάτι, αναίσθητος, μη ευαίσθητος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀν-στερ. + ἀντιληπτός. Η λ. μαρτυρείται από το 1846 στον Χρ. Νικολαΐδη (Αδριανουπολίτη)].