Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναπλασμός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀναπλασμός Medium diacritics: ἀναπλασμός Low diacritics: αναπλασμός Capitals: ΑΝΑΠΛΑΣΜΟΣ
Transliteration A: anaplasmós Transliteration B: anaplasmos Transliteration C: anaplasmos Beta Code: a)naplasmo/s

English (LSJ)

ὁ,

   A = ἀνάπλασις, ἀ. ἐκ ματαίων ἐλπίδων building of castles in the air, Plu.2.113d.    II = ἀνάπλασμα 11; ἀ. διανοίας Metrod.Herc.831.4, S.E.M.7.223, Mich. in PN9.21.

German (Pape)

[Seite 202] ὁ, Einbildung, Plut. Cons. ad Apol. p. 847 ὁ ἐκ τῶν ματαίων ἐλπίδων.

Greek (Liddell-Scott)

ἀναπλασμός: ὁ, = ἀνάπλασις, ἀν. ματαίων ἐλπίδων, ὡς νὰ κτίζῃ τις εἰς τὸν ἀέρα, Πλούτ. 2. 113D, πρβλ. Σέξτ. Ἐμπ. Μ. 7. 223.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
fiction.
Étymologie: ἀναπλάσσω.

Spanish (DGE)

-οῦ, ὁ
1 imaginación, representación ὁ δὲ μετεωρισμὸς ἀναπλασμός τ[ίς ἐσ] τι διαν[ο] ίας Metrod.Herc.831.4, cf. S.E.M.7.223, Mich.in PN 9.21.
2 ficción διὰ τὸν ἐκ τῶν ματαίων ἐλπίδων ἀναπλασμόν Plu.2.113d.

Greek Monolingual

ἀναπλασμός, ο (AM
αυτό που αναπαραστάθηκε πλαστά ή κατά μίμηση, αναπαράσταση, απομίμηση
αρχ.
πλάσμα, γέννημα της φαντασίας, παραίσθηση.

Russian (Dvoretsky)

ἀναπλασμός: ὁ вымысел, плод воображения Sext.: ἀ. ἐκ τῶν ματαίων ἐλπίδων Plut. ложные надежды.