Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναπτύω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀναπτύω Medium diacritics: ἀναπτύω Low diacritics: αναπτύω Capitals: ΑΝΑΠΤΥΩ
Transliteration A: anaptýō Transliteration B: anaptyō Transliteration C: anaptyo Beta Code: a)naptu/w

English (LSJ)

A spit up or out, αἷμα Hp.Aph.5.13; σίαλον Plb.12.13.11: abs., sputter, ξηρὰ δ' ἀναπτύει [ῡ] Nic.Al.211; μυδῶσα κηκὶς . . ἔτυφε κἀνέπτῡε S.Ant.1009:—Pass., Gal.16.210.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 204] (s. πτύω), aus-, in die Höhe speien, spritzen, Soph. Ant. 996; Ap. Rh. 2, 570 κύματος ἄχνην; in Prosa, Pol. 12, 13; Plut. Arat. 32.

Greek (Liddell-Scott)

ἀναπτύω: μέλλ. -ύσω: (ἴδε πτύω): ― πτύω, ἐκπτύω, αἷμα Ἱππ. Ἀφ. 1253· σίαλον Πολύβ. 12. 13, 11: ἀπολ., πτύω, ῥίπτω ἔξω, ῥαντίζω, πόντος ἐς... οὖδας ἀνέπτῠσε Ἐμπεδ. 357 (ἕτερ. ἀπέπτ-)· μυδῶσα κηκίς… κἄτυφε κἀνέπτῠε Σοφ. Ἀντ. 1009· ξηρὰ δ’ ἀναπτύει [ῡ] Νικ. Ἀλεξιφ. 211.

French (Bailly abrégé)

rejeter en crachant, cracher.
Étymologie: ἀνά, πτύω.

Spanish (DGE)

• Prosodia: [-ῡ- metri causa Nic.Al.211]
escupir, expulsar, αἷμα Hp.Aph.5.13, πέπονα Hp.Coac.365, τὸ ὑγρόν Hero Spir.1.10, ξηρὰ δ' ἀναπτύει tiene una expectoración seca Nic.l.c.
fig. salir despedido λευκὴ καχλάζοντος ἀνέπτυε κύματος ἄχνη A.R.2.570, μυδῶσα κηκὶς ... ἐτήκετο ... κἀνέπτυε S.Ant.1009.

Greek Monolingual

ἀναπτύω (Α)
1. ρίχνω προς τα έξω ή προς τα επάνω, φτύνω, βγάζω
2. τινάζω ρανίδες, σταγονίδια.

Greek Monotonic

ἀναπτύω: μέλ. -ύσω [ῠ], φτύνω, μιλώ πετώντας σάλια, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἀναπτύω:
1) выплевывать, извергать (σίαλον Polyb.);
2) клокотать, брызгать (κηκὶς ἔτυφε κἀνέπτυε Soph.).

Middle Liddell

to spit up, sputter, Soph.