Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναφορά

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀναφορά Medium diacritics: ἀναφορά Low diacritics: αναφορά Capitals: ΑΝΑΦΟΡΑ
Transliteration A: anaphorá Transliteration B: anaphora Transliteration C: anafora Beta Code: a)nafora/

English (LSJ)

ἡ, (ἀναφέρομαι)
A coming up, rising, ἀναφορὰν ποιεῖσθαι = rise, Arist.HA622b7; of vapours or exhalations, Placit.3.7.4, Theol.Ar. 31, cf. Orib.9.16.3, etc.
2 Astron., ascent of a sign measured in degrees of the equator, Ptol.Tetr.134.
b Astrol. = ἐπαναφορά, τόπος next to a κέντρον, Vett.Val.19.18.
c ascendant, Cat.Cod.Astr.8(3).100; opp. ἀπόκλιμα, Serapion in Cat.Cod.Astr. 1.99, S.E.M.5.20, etc.
d rising of a sign, Ach.Tat.Intr.Arat. 39.
II (ἀναφέρω) carrying back, reference of a thing to a standard, διὰ τὸ γίνεσθαι ἐπαίνους δι' ἀναφορᾶς Arist.EN1101b20; in Law, recourse, ἐκείνοις εἶναι εἰς τοὺς ἔχοντας ἀναφοράν D.24.13: abs., Thphr. Char.8.5 (pl.), IG5(1).1390.111 (Andania, i B.C.); ἡ ἀ. ἐστι πρός τι Arist.Cat.5b20, al.; ἀναφορὰν ἔχειν πρός or ἀναφορὰν ἔχειν ἐπί τι to be referable to... Epicur. Fr.409, Plb.4.28.3, Plu.2.290e, al.; ἀναφορὰ τινος γίγνεται πρός or ἀναφορὰ τινος γίγνεται ἐπί τι, Plb.1.3.4, Plu.2.1071a; ἐπ' ἀναφορᾷ τῇ πρὸς τὸν δῆμον BCH46.312 (Teos); ἀναφορὰν ἔχειν ἐπί τι, of writings, refer to, Alex.Aphr.in Mete.4.1; τούτων εἰς Κυναίγειρον ποιήσασθαι τὴν ἀναφοράν assign to, give credit for... Polem.Call.23.
2 way of retreat, ὑπέλιπε ἑαυτῷ ἀναφοράν D.18.219; νῦν δὲ αὑτοῖς μὲν κατέλιπον τὴν εἰς τὸ ἀφανὲς ἀναφοράν Aeschin. 2.104, cf. Plb.15.8.13, etc.
3 means of repairing a fault, defeat, etc., ἀλλ' ἔστιν ἡμῖν ἀ. τῆς ξυμφορᾶς E.Or.414; ἀναφορὰν ἁμαρτήματος ἔχειν = way to atone for .., Plu.Phoc.2; ἀναφορὰν ἔχειν = means of recovery, Id.Fab. 14.
4 offering, LXX Ps.50(51).21; ἡ ἀναφορὰ τοῦ πνεύματος τοῦ λεκτικοῦ PMag.Par.2.281.
5 report, PLond.1.17.34 (ii B.C.), etc.
6 petition, PRyl.119.28(i A.D.).
7 payment on account, instalment, OGI225 (Milet.), PEleph.14.26 (iii B.C.), PRev.Laws16.10 (iii B.C.), etc.
8 Rhet., repetition of a word, Longin.20.1, Demetr.Eloc, 141.
9 office of ἀναφορεύς, LXX Nu.4.6,10.
10 Medic., = ἀνάδοσις, opp. πέψις, Aret.SD2.7.
III ceiling of a wine-press, Gp.6.1.3.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 214] (s. ἀναφέρω), ἡ, 1) das in die Höhe Heben, ἀναφορὰν ποιεῖσθαι ἐκ τοῦ βυθοῦ, sich aus der Tiefe emporschwingen, Arist. H. A. 9, 5; αἵματος, Blutauswerfen; das Ausathmen, Ath. – 2) das Zurückführen, bes. einer Beschuldigung auf einen Andern, ἐκείνοις δ' εἶναι εἰς τοὺς ἔχοντας ἀναφοράν, sie können sich an diese halten, Dem. 24, 13; vgl. 18, 219, wo es absolut steht für: Anschuldigung eines Andern. Uebh. Beziehung auf etwas, Theophr. Char. 8; ἡ ἀναφορὰ περὶ πάντων πραγμάτων εἰς τὸν δῆμόν ἐστι, es muß Alles vor das Volk gebracht werden, Arist. rhet. ad Alex. praef.; τὴν ἀναφορὰν ποιεῖσθαι πρός τι Pol. 5, 261. 105 u. öfter, referre ad; πρὸς τὸ τέλος, Beziehung auf den Zweck, Plut. Demetr. 1. – 3) Erholung, τῆς συμφορᾶς Eur. Or. 414; ἁμαρτήματος Plut. Phoc. 2; vgl. Cat. 27 und öfter; οὐκ ἔχειν ἀναφοράν τινος, sich von etwas nicht erholen können, Plut. – 4) das Einkommen, der Ertrag, Plut.

Greek (Liddell-Scott)

ἀναφορά: ᾶς, ἡ, (ἀναφέρομαι) τὸ φέρεσθαι ἄνω, ἀνάδυσις, «ἐπιπλεῖ γὰρ ἐπὶ τῆς θαλάσσης, τὴν ἀναφορὰν ποιησάμενος κάτωθεν ἐκ τοῦ βυθοῦ» Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 37· ἀναθυμίασις, πνεύματος ἀναφορὰν Πλούτ. 2. 893C. κτλ.: ἐπὶ ἀστέρων ἀντιτίθεται πρὸς τὸ ἀπόκλιμα καὶ σημαίνει τὴν ἄνοδον αὐτῶν, Πρόκλ. παραφρ. Πτολ. σ. 157· ὁ μαθηματ. καὶ ἀστρονόμος Ὑψικλῆς μίαν ἐκ τῶν πραγματειῶν αὑτοῦ ἐπέγραψε: «περὶ τῆς τῶν ζωδίων ἀναφορᾶς». ΙΙ. (ἀναφέρω) τὸ ἀναφέρειν εἴς τι, ἡ ἀναφορὰ ἢ ἀναγωγὴ εἰς πρᾶγμά τι λαμβανόμενον ὡς πρότυπον, διὰ τὸ γίνεσθαι ἐπαίνους δι’ ἀναφορᾶς Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 1. 12, 3· τὸ παραπέμπειν εἰς πρόσωπα μὴ εὐκόλως εὑρισκόμενα, «αἱ μὲν οὖν ἀναφοραὶ τῶν λόγων τοιαῦταί εἰσιν αὐτοῦ, ὧν οὐθεὶς ἂν ἔχοι ἐπιλαβέσθαι» Θεοφρ. Χαρ. 8· ἡ ἀν. ἐστὶ πρός τι Ἀριστ. Κατηγ. 6. 13, καὶ ἀλλ., ἀν. ἔχειν πρὸς ἢ ἐπί τι, σχετίζεσθαι, σχέσιν ἔχειν .., Πολύβ. 4. 28, 3, Πλούτ., ἀν. τινος γίγνεται πρὸς ἢ ἐπί τι Πολύβ. 1. 3. 4, Πλούτ. 2) καταφυγὴ εἴς τι [ἐν καιρῷ δυσκολίας], ὑπέλιπεν ἑαυτῷ ἀναφορὰν Δημ. 301. 24, πρβλ. 704. 8· νῦν δὲ αὐτοῖς μὲν κατέλιπον τὴν εἰς τὸ ἀφανὲς ἀναφορὰν Αἰσχίν. 41. 12, πρβλ. Πολύβ. 15. 8, 13, κτλ. 3) μέσον πρὸς ἐπανόρθωσιν παραπτώματος ἢ ἥττης, κτλ., ἀλλ’ ἔστιν ἡμῖν ἀν. τῆς ξυμφορᾶς Εὐρ. Ὀρ. 414· ἀν. ἁμαρτήματος ἔχειν, τρόπον πρὸς ἐξιλασμὸν διὰ τὸ ἁμάρτημα, Πλουτ. Φωκ. 2· ἀνόρθωσις, ἐπάνοδος εἰς τὴν προτέραν καλὴν κατάστασιν, «οὐ γὰρ ἤλπιζον ἕξειν ἀναφορὰν τὴν πόλιν ἐν τοσαύτῃ σφαλεῖσαν ἡλικίᾳ», ὁ αὐτ. Φάβ. 14. 4) προσφορά, Ἑβδ. (Ψαλμ. ν΄, 19). 5) φήμη, Κλήμ. Ρώμ. Μαρτ. 18. ΙΙΙ. τὸ πάτωμα τοῦ ληνοῦ, πατητηρίου, Γεωπ. 6. 1, 3.

French (Bailly abrégé)

ᾶς (ἡ) :
I. (ἀνά, en haut);
1 action de s’élever, ascension;
2 action de se relever ; ἁμαρτήματος PLUT d’une faute ; ξυμφορᾶς EUR action de se délivrer d’un malheur, avec le double sens de « action de rejeter son malheur sur un autre »;
3 offrande d’un sacrifice à Dieu;
4 objet qui en supporte un autre, particul. plancher d’un pressoir;
II. (ἀνά, en arrière);
1 action de faire remonter à ; attribution à;
2 action d’en référer à, référence (à une autorité) ; δι’ ἀναφορᾶς ARSTT par référence, par comparaison;
3 action de recourir à, recours (dans une difficulté) avec εἰς et l’acc.;
4 t. de gramm. sens relatif d’un pronom ou d’un adverbe.
Étymologie: ἀναφέρω.

Spanish (DGE)

-ᾶς, ἡ
• Alolema(s): jón. -ή Hp.de Arte 4
A como transf. del verb. tr.
I c. mov. hacia arriba, a veces fig.
1 ofrenda τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα LXX Ps.50.21, καὶ καταστήσουσιν αὐτοὺς ἔκαστον κατὰ τὴν ἀναφορὰν αὐτοῦ LXX Nu.4.19.
2 petición, solicitud ἀ. ποιεῖν PMil.Vogl.4.207.9 (III/II a.C.), cf. PRyl.119.29 (I d.C.), PPanop.28.10 (IV d.C.)
apelación ἀ. ἐπὶ τὴν σύγκλητον Plb.31.21.5, cf. D.24.13
informe, relación, memorial, PLond.1.17.34 (II a.C.), de Pilatos al emperador Anaph.Pil.proem.
3 atribución ἐπὶ τὸ θεῖον Plb.36.17.4, εἰς Κυναίγειρον ... ποιήσασθαι τὴν ἀ. Polem.Call.23.
4 pago, ingreso, plazo de dinero a pagar ἐν τρισὶν ἀναφοραῖς Didyma 492.37 (Mileto), cf. PRev.Laws 16.10 (III a.C.), PMich.586.13 (I d.C.), PEleph.14.26 (III d.C.).
5 referencia, relación de una cosa con respecto a un patrón determinado διὰ τὸ γίνεσθαι τοὺς ἐπαίνους δι' ἀναφορᾶς por ser las alabanzas (a los dioses) según el patrón (de nuestro ideal humano), Arist.EN 1101b20, οὐκ οὔσης ἄλλης ἀρχῆς αὐτῶν ἀμείνονος οὐδ' ἀναφορᾶς no existiendo otro principio ni referencia mejor que ellos Chrysipp.Stoic.3.17, cf. Arist.Cat.5b20, Thphr.Char.8.4, Plb.6.17.6, Ph.1.53, ἀ. λαμβάνειν Phld.Rh.1.330
c. ἔχειν y ἐπί y ac. hacer referencia a, hacer alusión a καὶ τὰ σοφὰ καὶ τὰ περιττὰ ἐπὶ ταύτην ἔχει τὴν ἀ. Epicur.Fr.[227], cf. Phld.Rh.1.218, ἐπὶ τὸν οἶνον Plu.2.290e, ἐπὶ τὰ ζῷα Alex.Aphr.in Mete.4.1
atribución ὥστε τῆς μὲν ἐς τὴν τύχην ἀναφορῆς ἀπηλλαγμένοι εἰσί Hp.de Arte 4, cf. Plb.23.17.4, Ph.1.207, Plu.2.54d.
6 transferencia de ideas, distinct de μεταφορά en que ἀ. implica el paso a un plano más elevado οὐκοῦν βίαιος καὶ κατηναγκασμένη τῶν προκειμένων λέξεων ἡ ἐπὶ τὴν σάρκα τοῦ σωτῆρος ἀ. Eus.E.Th.3.3 (p.151.2).
II c. idea ‘de nuevo’
1 reparación ἀλλ' ἔστιν ἡμῖν ἀναφορὰ τῆς συμφορᾶς E.Or.414, τῶν πραγμάτων ἀναφορὰν ἁμαρτήματος οὐκ ἐχόντων Plu.Phoc.2, cf. Fab.14.
2 anáfora e.d. repetición (lat. relatio) de una palabra o serie de palabras en clausulas sucesivas, Demetr.Eloc.141, Longin.20.1
de una palabra a comienzo de colon, Charis.281, Donat.398, Sacerd.6.458.7
gram. anáfora referencia a algo anterior, del art., A.D.Pron.5.21, 14.4, 15.12, Sch.D.T.68.11, 74.17.
B como transf. del verb. intr.
I c. mov. hacia arriba.
1 elevación, subida, levantamiento de un animal ὁ ναυτίλος ... ἀναφορὰν ποιησάμενος κάτωθεν ἐκ τοῦ βυθοῦ Arist.HA 622b7
del aire, Hp.Cord.2
de vapores Placit.3.7.4, Theol.Arith.31.
2 astr. y astrol. salida de un astro ἀνατολὴ μὲν γάρ ἐστιν ἡ ἅμα τῷ ἡλίῳ ὑπὲρ τὸν ὁρίζοντα ἀναφορά Ach.Tat.Intr.Arat.39, cf. Hypsicl.75, Plin.HN 7.160, Ptol.Tetr.3.11.17, Firm.4.17.11
orto, salida de un astro, S.E.M.5.20, Cat.Cod.Astr.8(3).100
anáfora cierta posición del zodíaco junto a un punto cardinal, Vett.Val.19.18.
3 altura máxima de un lagar, Gp.6.1.3.
4 efluvio, emanación como sinónimo de ἀπόρροια: οὐχ ὑγιεινὴν τὴν ἀ. ἔχει Orib.9.16.3.
5 medic. distribución de la comida a través del cuerpo, op. πέψις y como sinónimo de ἀνάδοσις: δοκέει γάρ μοι οὐ τῆς πέψιος μοῦνον, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναφορῆς τὸ πάθος ἔμμεναι Aret.SD 2.7.4.
II fig. acción de tomar una dirección determinada, referencia (αἱ πράξεις) πρὸς ἓν τέλος ἤρξαντο τὴν ἀ. ἔχειν Plb.4.28.3, cf. 1.3.4.
III c. idea de mov. hacia atrás
1 retirada, recurso οὐδ' ἀναφορὰν ἔχει τὸ διαβούλιον Plb.15.8.13, cf. D.18.219, Aeschin.2.104, de un decreto IG 5(1).1390.111 (Andania I a.C.).
2 procedencia, relación filial del Hijo respecto al Padre ὁ δὲ ἐξ ἐκείνου (τοῦ θεοῦ) ἔχων τὴν ἀ. εἰς ἐκείνον ἑνοῦται πάλιν Const.Or.S.C. en Eus.VC p.156.11.

Greek Monolingual

η (AM ἀναφορά)
σχέση, συσχέτιση, αναγωγή
νεοελλ.
γραπτή ή προφορική έκθεση που υποβάλλεται από κατώτερο προς ανώτερο ή από πολίτη προς τις αρχές
αρχ.
1. καταφυγή σε καιρό δυσκολίας
2. μέσο για επανόρθωση ή εξιλασμό
3. αναθυμίαση.

Greek Monotonic

ἀναφορά: -ᾶς, ἡ (ἀναφέρω),
1. αναφορά σε κάτι, σε Θεόφρ., Πλούτ.
2. καταφυγή σε κάτι (σε καιρό δυσκολίας), σε Δημ.
3. μέσο διόρθωσης λάθους ή απώλειας, τρόπος επιδιόρθωσης, αποκατάστασης, σε Ευρ., Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀναφορά:
1) восхождение, подъем (ἐκ τοῦ βυθοῦ Arst.; πνεύματος Plut.);
2) отнесение (τινος πρὸς ἓν τέλος Polyb.): δι᾽ ἀναφορᾶς Arst. путем отнесения (к чему-л.), т. е. относительно;
3) передача (дела, вопроса), обращение (εἴς τι Aeschin. и εἴς τινα Arst., Dem., πρός и ἐπί τινα Polyb.);
4) возложение (ответственности, вины): ὑπέλειπε ἕκαστος ἑαυτῷ ἀναφοράν Dem. каждый оставил себе лазейку;
5) устранение, тж. облегчение или способ исправления (συμφορᾶς Eur.; ἁμαρτήματος Plut.): ἀναφορὰν ἔχειν Plut. иметь возможность исправить положение;
6) поступление, доход Plut.;
7) грам. относительное значение (местоимения или наречия);
8) рит. анафора (повторение слова в начале ряда предложений или их частей, напр.: ὅταν ὡς ύβρίζων, ὅταν ὡς ἐχθρὸς ὑπάρχων, ὅταν κονδύλοις, ὅταν ἐπὶ κόρρης Dem.).

Middle Liddell

ἀναφέρω
1. a carrying back, reference, Theophr., Plut.
2. recourse to another [in difficulty, Dem.
3. a means of repairing a fault or loss, a means of recovery, Eur., Plut.

English (Woodhouse)

ἀναφορά = making good, way of escape

⇢ Look up "ἀναφορά" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)