Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναχαλαστικός

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: ἀναχᾰλαστικός Medium diacritics: ἀναχαλαστικός Low diacritics: αναχαλαστικός Capitals: ΑΝΑΧΑΛΑΣΤΙΚΟΣ
Transliteration A: anachalastikós Transliteration B: anachalastikos Transliteration C: anachalastikos Beta Code: a)naxalastiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A relaxing, ὑστέρας Dsc.1.128.

German (Pape)

[Seite 215] die Spannung vermindernd, lindernd, Medic.

Greek (Liddell-Scott)

ἀναχᾰλαστικός: -ή, -όν, ἐκλυτικός, χαλαρωτικός, φάρμακα, ἀναφέρεται ἐκ τοῦ Διοσκ.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
que relaja ὁ δὲ ὀπὸς τῆς ... συκῆς ... ὑστέρας ἀναχαλαστικός Dsc.1.128.