Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνδρικός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀνδρικός Medium diacritics: ἀνδρικός Low diacritics: ανδρικός Capitals: ΑΝΔΡΙΚΟΣ
Transliteration A: andrikós Transliteration B: andrikos Transliteration C: andrikos Beta Code: a)ndriko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A masculine, manly, Pl.R.474e, etc.; [δίαιτα] σώφρων καὶ ἀ. Id.Ep.359a; νοσήματα Hp.Mul.1.62; ἀ. ἱδρώς the sweat of manly toil, Ar.Ach.693; σφηκὸς ἀνδρικώτερον Id.V.1090, cf. 1077; ἐσθής D.C.45.2; τὸ τῆς χρόας ἀ. Arist.Fr.542: Comp., Anaxandr.1 D. c. inf., πίνειν καὶ φαγεῖν μὲν ἀνδρικοί like men to eat and drink, Eub.12. Adv. -κῶς like a man, Ar.Eq.599, V.153, al.: Comp. -ώτερον Id.Pax 515: Sup. -ώτατα Id.Eq.81; opp. ἀνάνδρως, Pl.Tht.177b.    2 of things, large, Eub.56.    II composed of men, χορός X.HG6.4.16, Lys.21.1.

German (Pape)

[Seite 218] den Mann betreffend, männlich, χορός, aus Männern bestehend, Xen. Hell. 6, 4, 16; muthig, im Ggstz von δειλός, Plat. Phaedr. 273 b; compar., Men. 86 b; superl., Cyr. 1, 2, 19. Bei Ael. V. H. 7, 9 σεισμός, ein heftiges Erdbeben. Bes. adv., muthig, μάχεσθαι Plat. Theaet. 204 e; πίεζε σφόδρα εὖ κἀνδρικῶς Ar. Vesp. 153; ἀνδρικώτατα ἀποθανεῖν Equ. 81, tüchtig, wacker; ἀπομνημονεύω Plat. Phaed. 103 a; vgl. Charm. 160 e.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνδρικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς ἄνδρα, ἀρρενωπός, ἀνδρικός, Λατ. virilis, Πλάτ. Πολ. 474Ε, κτλ.· ἀνδρ. ἱδρώς, ἱδρὼς ἀνδρικοῦ καμάτου, Ἀριστοφ. Ἀχ. 695· σφὴξ ὁ αὐτ. Σφ. 1090, πρβλ. 1077· ἐσθὴς Δίων Κ. 45. 2: ― μετ’ ἀπαρ., πώνειν μὲν ἁμὲς καὶ φαγεῖν μεγ’ ἀνδρικοί, εἰς τὸ φαγοπότι εἴμεθα πρωτοπαλλήκαρα, Εὔβουλ. ἐν «Ἀντιόπῃ» 1: ― τὸ ἀνδρικόν, τὸ γενναῖον, ὁ χαρακτὴρ γενναίου ἀνδρός, Ἀριστ. Ἀποσπ. 499: ― Ἐπιρρ. -κῶς, ὡς ἁρμόζων εἰς ἄνδρα, Ἀριστοφ. Ἱππ. 599, Σφ. 153, καὶ ἀλλ. ― Συγκρ. -ώτερον ὁ αὐτ. Εἰρ. 515· ὑπερθ. -ώτατα ὁ αὐτ. Ἱππ. 81· ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἀνάνδρως Πλάτ. Θεαίτ. 177Β. 2) ἐπὶ κύλικος μεγάλης χωρητικότητος, μάλ’ ἀνδρικὴν Εὔβουλ. ἐν «Κυβευταῖς» 1. ΙΙ. ὁ ἐξ ἀνδρῶν ἀποτελούμενος, καὶ τοῦ ἀνδρικοῦ χοροῦ ἔνδον ὄντος Ξεν. Ἑλλ. 6. 4, 16· νικήσας ἀνδρικῷ χορῷ Λυσ. 161. 35. ― Πρβλ. ἀνδρεῖος.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 composé d’hommes (chœur);
2 d’homme (genre de vie, vêtement, etc.).
Étymologie: ἀνήρ.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
I 1masculino, propio del varón νοσήματα Hp.Mul.1.62, ἀ. χορός coro masculino, compuesto de hombres X.HG 6.4.16, Is.Fr.46, Lys.21.1, διάνοια X.Oec.10.1, ἐσθής D.C.45.2.5, ὀθόνια Stud.Pal.3.83.4 (VI d.C.)
subst. τὸ τῆς χρόας ἀνδρικόν Arist.Fr.542.
2 viril, valiente μέλανας δὲ ἀνδρικοὺς ἰδεῖν Pl.R.474e, προμαχατικὸν δὲ τὸ τῶν ἀνδρικωτάτων Hippod.p.12, σφηκὸς ἀνδρικώτερον Ar.V.1090, ἀ. γένος Ar.V.1077, cf. X.Cyr.1.2.12, Pl.Phdr.273b, Anaxandr.73A
c. inf. πώνειν ... καὶ φαγέμεν μέγ' ἀνδρικοί Eub.12
propio del hombre esforzado ἱδρώς Ar.Ach.695
neutr. como adv. ἐπεντείνωμεν ἀνδρικώτερον Ar.Pax 515, ἀποθανεῖν ἀνδρικώτατα Ar.Eq.81.
3 virtuoso, temperante (δίαιτα) σώφρων τε καὶ ἀνδρική Pl.Ep.359a
de costumbres viril op. κόσμιος Pl.Lg.681b.
4 grande de una copa, Eub.56.
5 humano ἀνδρικῆς τοῦ Ἰησοῦ θεουργίας Dion.Ar.CH M.3.181B.
II adv. -ῶς
1 como un hombre de caballos ὡς ὅτ' εἰς τὰς ἱππαγωγοὺς εἰσεπήδων ἀνδρικῶς Ar.Eq.599.
2 valientemente, con valor μάλ' ἀνδρικῶς Pl.Phdr.265a, ἀ. πολὺν χρόνον ὑπομεῖναι Pl.Tht.177b, cf. Phd.103a, Men.Asp.382.

Greek Monolingual

-ή, -ό και αντρικόςἀνδρικός, -ή, -όν)
1. εκείνος που ανήκει ή αφορά σε άνδρα, ανδροπρεπής, αντρίκιος
2. ανθεκτικός, καρτερικός, θαρραλέος
αρχ.
1. εκείνος που αποτελείται από άνδρες
2. μεγάλος, μεγάλης χωρητικότητας (κύλιξ)
3. το ανδρικόν
ανδρεία, γενναιότητα.

Greek Monotonic

ἀνδρικός: -ή, -όν (ἀνήρ),
I. αυτός που ανήκει ή χαρακτηρίζει τον άνδρα, αρρενωπός, αρσενικός, Λατ. virilis, σε Πλάτ.· ἀνδρ. ἱδρώς, ο ιδρώτας του ανδρικού μόχθου, σε Αριστοφ.· επίρρ. -κῶς, όπως ο άνδρας, ανδρικά, συγκρ. -ώτερον, υπερθ. -ώτατα.
II. αυτός που αποτελείται από άνδρες, χορός, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἀνδρῐκός:
1) мужской (χορός Lys., Xen.);
2) мужественный Xen., Plat., Plut., Luc.

Middle Liddell

ἀνήρ
I. of or for a man, masculine, manly, Lat. virilis, Plat.; ἀνδρ. ἱδρώς the sweat of manly toil, Ar.:—adv. -κῶς, like a man, comp. -ώτερον, Sup. -ώτατα, Plat.
II. composed of men, χορός Xen.