Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνθρωπόομαι

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: ἀνθρωπόομαι Medium diacritics: ἀνθρωπόομαι Low diacritics: ανθρωπόομαι Capitals: ΑΝΘΡΩΠΟΟΜΑΙ
Transliteration A: anthrōpóomai Transliteration B: anthrōpoomai Transliteration C: anthropoomai Beta Code: a)nqrwpo/omai

English (LSJ)

   A to have the concept or idea of a man, Plu.2.1120d.

German (Pape)

[Seite 234] Mensch sein, Plut. Col. 24.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνθρωπόομαι: παθ., ἔχω τὴν κατὰ διάνοιαν παράστασιν ἢ τὴν ἰδέαν τοῦ ἀνθρώπου, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ ὕπαρξιν, «οὗτοι, φησίν, ἄνθρωπον εἶναι καὶ ἵππον καὶ τοῖχον οὐ λέγουσιν, αὐτοὺς δὲ τοιχοῦσθαι καὶ ἱπποῦσθαι καὶ ἀνθρωποῦσθαι», Πλούτ. 2. 1120Ε. ― Πρβλ. ἱππόομαι.

Spanish (DGE)

concebir la idea de hombrede los cirenaicos οὗτοι ... ἄνθρωπον εἶναι ... οὐ λέγουσιν, αὑτοὺς δὲ ... ἀνθρωποῦσθαι Plu.2.1120d.

Russian (Dvoretsky)

ἀνθρωπόομαι: ирон. (о стоиках) иметь представление о человеке Plut.