Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνωμαλία

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀνωμᾰλία Medium diacritics: ἀνωμαλία Low diacritics: ανωμαλία Capitals: ΑΝΩΜΑΛΙΑ
Transliteration A: anōmalía Transliteration B: anōmalia Transliteration C: anomalia Beta Code: a)nwmali/a

English (LSJ)

ἡ,

   A unevenness, irregularity, Pl.R.547a, Arist.HA495b2; of shape, Str.16.1.21; ἀ. τῶν στοιχείων, as cause of disease, Diocl.Fr.30: pl., Epicur.Ep.2p.53U.    2 Astron., irregular motion, anomaly, ἀ. τῆς κινήσεως Gem.1.20, cf. Ptol.Alm.3.3, etc.; ἀ. ἐκλειπτικαί, of the moon's orbit, Plu.Aem.17.    II of conditions, irregularity, ἀ. καὶ ταραχή Isoc.2.6; ἀ. τῆς κτήσεως Arist.Pol.1270a15; τύχης D.S.20.30, cf. 18.59: pl., Vett.Val.38.17.    III of persons, inconsistency, Aeschin.2.7 and 54, Plb.6.44.2, Plu.Alc.16; of style, unevenness, Id.2.45b.    IV Gramm., deviation from rule, irregularity, title of work by Chrysipp., Stoic.2.6, cf. Gell.2.25, etc.; variety, diversity, Arist.GA788a24, A.D.Adv.205.18.    V indisposition, 'malaise', Hld.7.19, Gal.7.435.

German (Pape)

[Seite 268] ἡ, Unebenheit, ὁδοῦ, τόπων, Pol. 9, 41; Plut. Alex. 16; Ungleichheit, Plat. Rep. VIII, 547 a u. sonst; Ungleichförmigkeit, περὶ τὴν σελήνην Plut. Num. 18; auch vom Charakter, mit ταραχή vrbdn Isocr. 2, 6; Unbeständigkeit. Pol. 6, 44. Bei Hel. auch Unpäßlichkeit. – Bei Gramm. Abweichung von der Regel, vgl. Plut. Aem. Paull. 17.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνωμᾰλία: ἡ, ἡ ἔλλειψις ὁμαλότητος, Πλάτ. Πολ. 547Α, Αἰσχίν. 29. 11, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. Α. 1. 16, 11· ἐπὶ τῆς φωνῆς, ὁ αὐτ. π. Ζ. Γεν. 5. 7, 25. ΙΙ. ἐπὶ περιστάσεων ἢ καταστάσεων, κτλ., ἀνωμαλία τῆς κτήσεως ὁ αὐτ. Πολιτικ. 2. 9, 13· βίου, τύχης Διόδ. 18. 59., 20. 30. ΙΙΙ. ἐπὶ προσώπου, ἀταξία, Αἰσχίν. 35. 7, Ἰσοκρ. 16Α, Πλουτ. Αἰμίλ. 17· ἀνωμαλίαν, ἔχειν, ἀνώμαλον εἶναι, Στράβ. 742. IV. παράβασις κανόνος, ἀνωμαλία, Γραμμ. V. ἀδιαθεσία, Ἡλιόδ 7. 19.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 inégalité;
2 inconstance;
3 irrégularité.
Étymologie: ἀνώμαλος.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): jón. -ίη Hp.Acut.(Sp.) 19
I irregularidad formal o externa τῶν νεφῶν Arist.Mete.369b1, τοῦ ὄρους D.C.56.13.5, τῶν τόπων Plb.9.41.4, del parhelio δι' ἀνωμαλίαν τοῦ ἐνόπτρου por la desigualdad de la superficie reflectante Arist.Mete.377b14
del pulmón aspereza ἔστι ... οὐδὲ λεῖος, ἀλλ' ἔχει ἀνωμαλίαν Arist.HA 495b2.
II de la irregularidad interna
1 falta de uniformidad del aire, Plu.2.735b (= Democr.A 77), τῶν στοιχείων como causa de una enfermedad, Diocl.Fr.30
de la salud indisposición Hld.7.19.9
enfermedad Hsch.
del estado de un enfermo irregularidad ἐπὶ τὰ χείρω καὶ ἐπὶ τὰ βελτίω irregularidad hacia peor y hacia mejor Hp.Acut.(Sp.) 19
fig. τῆς φυχῆς Clem.Al.Strom.7.12.77, cf. PLond.1676.26 (VI d.C.).
2 desigualdad τῆς κτήσεως Arist.Pol.1270a15
desigualdad, anomalía del estilo ἡ τῶν κώλων ἀσυμμετρία ... καὶ ἡ τῶν περιόδων ἀνωμαλία D.H.Comp.111.12, de los adv., A.D.Adu.205.18, περὶ τῆς κατὰ τὰς λέξεις ἀνωμαλίας πρὸς Δίωνα Chrysipp.Stoic.2.6 (tít.)
de la voz de los animales, Arist.GA 788a24.
3 astr. irregularidad τῆς κινήσεως Gem.1.20, cf. Ptol.Alm.3.3, de la órbita de la luna, Plu.Aem.17, cf. Epicur.Ep.[3] 113, Vett.Val.38.27.
III fig.
1 desequilibrio de las razas hesiodeas ἀνωμαλία ἀνάρμοστος desequilibrio discordante Pl.R.547a, ἀνωμαλία καὶ ταραχή desorden y confusión Isoc.2.6
incoherencia τῆς κατηγορίας Aeschin.2.7, Δημοσθένους Aeschin.2.54.
2 irregularidad, volubilidad, variabilidad τῆς φύσεως Plb.6.44.2, Plu.Alc.16, cf. 2.136c, τύχης D.S.20.30, cf. 18.59.

Greek Monolingual

η (Α ἀνωμαλία)
1. έλλειψη ομαλότητας ή ομοιομορφίας
2. (για καταστάσεις) αναστάτωση, ακαταστασία, αταξία
νεοελλ.
1. (για έδαφος ή επιφάνεια) τραχύτητα, ύπαρξη κοιλωμάτων ή προεξοχών
2. (για οργανισμούς) αφύσικη κατασκευή, εκτροπή από τα κοινά κατά είδος χαρακτηριστικά
3. (για οργανισμό ή μηχανισμό) κακή λειτουργία, βλάβη
4. ανωμαλία διανοητική, ανισορροπία
5. αφύσικη σεξουαλική συμπεριφορά, διαστροφή
6. (Γραμμ.) εκτροπή, παρέκκλιση από γενικό κανόνα γραμματικού συστήματος
αρχ.
1. (για πρόσωπα) ασυνέπεια, αντίφαση
2. ανισότητα
3. διαφορά ανομοιότητα
4. αδιαθεσία
5. (Αστρον.) παροδικό φαινόμενο, διατάραξη της ισορροπίας των σχέσεων των ουράνιων σωμάτων (π.χ. έκλειψη).

Greek Monotonic

ἀνωμᾰλία: ἡ,
1. ανισότητα, ανομοιότητα, σε Πλάτ. κ.λπ.
2. λέγεται για πρόσωπα, ανωμαλία, ανομοιογένεια, σε Αισχίν.

Russian (Dvoretsky)

ἀνωμᾰλία: ион. ἀνωμᾰλίη ἡ
1) неровность (ὁδοῦ, τόπων Polyb.; τῶν ὀχθῶν Plut.);
2) неравномерность (κινήσεως Arst.);
3) неравенство (κτήσεως Arst.; τύχης Diod.);
4) запутанность, нескладность (τῆς κατηγορίας Aeschin.);
5) беспорядочность, расстроенность (ἀ. καὶ ταραχή Isocr.);
6) непостоянство, неустойчивость (τῆς φύσεως Polyb., τῆς συνηθείας Plut.);
7) неодинаковость, неоднородность (φωνῆς Arst.);
8) отклонение, неправильность (περὶ τὴν σελήνην Plut.);
9) грам. неправильность формы, аномалия Gell.

Middle Liddell

[from ἀνώμαλος
1. unevenness, Plat., etc.
2. of persons, irregularity, Aeschin.