Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀξιοπρεπής

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἀξιοπρεπής Medium diacritics: ἀξιοπρεπής Low diacritics: αξιοπρεπής Capitals: ΑΞΙΟΠΡΕΠΗΣ
Transliteration A: axioprepḗs Transliteration B: axioprepēs Transliteration C: aksioprepis Beta Code: a)ciopreph/s

English (LSJ)

ές,

   A proper, becoming, σῶμα X.Smp.8.40 (Sup.), cf. Phld.Rh.2.30S.

German (Pape)

[Seite 270] ές, anständig, der Würde gemäß, adv., Xen. Symp. 8, 40.

Greek (Liddell-Scott)

ἀξιοπρεπής: -ές, εὐπρεπής, εὐσχήμων, πρέπων, Λατ. decorus, σῶμα Ξεν. Συμπ. 8. 40, τὸ ἀξιωματικὸν τῆς ὄψεως καὶ τὸ σεμνοπρεπὲς Ἰγν. Ἐπιστ. σ. 69: - Ἐπίρρ. -πῶς Ἐφρ. Σύρ. τ. 3. σ. 385Ε.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
décent, convenable, majestueux.
Étymologie: ἄξιος, πρέπω.

Spanish (DGE)

-ές
I 1bien dispuesto, bello, capaz σῶμα ἀξιοπρεπέστατον ... ἰδεῖν τῆς πόλεως X.Smp.8.40, σοφός Phld.Rh.2.30, (πομπή) D.C.51.21.7
subst. τὸ ἀξιοπρεπές σου Sm.Ps.89.16.
2 digno de honor ἐπίσχοπος Ign.Magn.13.1, de la iglesia de Roma, Ign.Rom.proem.
II adv. -ῶς
1 dignamente ἀμύνασθαι ἀ. Ps.Callisth.2.22B.
2 en forma digna de honor ποιεῖσθαι τινα (λόγον) Gr.Thaum.Par.Or.2 (p.4.10).

Greek Monolingual

-ές (Α ἀξιοπρεπής -ές)
νεοελλ.
αυτός που τον διακρίνει αυτοσεβασμός, ανωτερότητα, σοβαρότητα, άψογη συμπεριφορά

Greek Monotonic

ἀξιοπρεπής: -ές (πρέπω), ευπρεπής, ευσχήμων, πρέπων, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἀξιοπρεπής: исполненный достоинства, величественный (σῶμα Xen.).

Middle Liddell

πρέπω
becoming, goodly, Xen.