Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀοιδή

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: ἀοιδή Medium diacritics: ἀοιδή Low diacritics: αοιδή Capitals: ΑΟΙΔΗ
Transliteration A: aoidḗ Transliteration B: aoidē Transliteration C: aoidi Beta Code: a)oidh/

English (LSJ)

[ᾰ], Att. contr. ᾠδή (q. v.), ἡ, : (ἀείδω):—

   A song, whether:    1 art of song, αὐτὰρ ἀοιδὴν θεσπεσίην ἀφέλοντο Il.2.599; ὡς ἄρα τοι . . θεὸς ὤπασε θέσπιν ἀ. Od.8.498.    2 act of singing, song, οἱ δ' εἰς ἱμερόεσσαν ἀ. τρεψάμενοι 18.304; ὑπ' ὀρχηθμῷ καὶ ἀοιδῇ Hes.Sc.282.    3 thing sung, song, στονόεσσαν ἀ. οἱ μὲν ἄπ' ἐθρήνεον Il.24.721, cf. Od. 1.351, Hdt.2.79, Alc.Supp.4.24, Pi.N.11.18 (pl.), etc.; whether of joy or sorrow, cf. A.Eu.954 (lyr.) with S.Ant.883; λύρας ἀ. E.Med. 425(lyr.).    4 theme of song, person sung of, ἵνα ᾖσι καὶ ἐσσομένοισιν ἀ. Od.8.580, cf. Thgn.252, Theoc.12.11; στυγερὴ δέ τ' ἀ. ἔσσετ' ἐπ' ἀνθρώπους [Κλυταιμήστρα] Od.24.200.    5 = ἐπῳδή, spell, incantation, ὀχῆες ὠκείαις . . ἀναθρῴσκοντες ἀοιδαῖς A.R.4.42, cf. 59. Cf. ᾠδή. [Dissyll. in Hes.Th.48 (unless λήγουσί τ' ἀοιδῆς be read) and in Pi. l.c. (unless μελίζεν be read).]

German (Pape)

[Seite 271] (ἀείδω), ἡ, zsgzgn ᾠδή (w. m. s.), das Singen; ἀοιδῆς ὕμνος Hom. Od. 8, 429; die Gesangskunst, ὡς ἄρα τοι πρόφρων θεὸς ὤπασε θέσπιν ἀοιδήν Od. 8, 498; die Handlung des Singens, οἱ δ' εἰς ὀρχηστύν τε καὶ ἱμερόεσσαν ἀοιδὴν τρεψάμενοι Od. 18, 304; Zeichen der Fröhlichkeit, Aesch. Ag. 951; das Lied, welches gesungen wird, Iliad. 24, 721 Od. 1, 328; bes. Pind., ἀγάφθεγκτος, γλυκεῖα, θεόμορος, ἱμερτός, μαλθακός, μαλθακόφωνος, μελίγδουπος, μελίκομπος, μελίφθογγος; der Gegenstand des Liedes, von Klytämnestra στυγερὴ δέ τ' ἀοιδὴ ἔσσετ' ἐπ' ἀνθρώπους Od. 24, 200; dgl. 8, 580; übh. Sage, Gerücht.

Greek (Liddell-Scott)

ἀοιδή: Ἀττ. συνῃρ. ᾠδή, ἡ ὃ ἴδε (ἀείδω): - ᾆσμα. 1) ἡ τέχνη τοῦ ᾄδειν, αὐτὰρ ἀοιδὴν θεσπεσίην ἀφέλοντο Ἰλ. Β. 599. ὡς ἄρα τοι... θεὸς ὤπασε θέσπιν ἀ. Ὀδ. Θ. 498, πρβλ. Ω. 197. 2) ἡ πρᾶξις τοῦ ᾄδειν, ᾆσμα, οἱ δ’ εἰς... ἱμερόεσσαν ἀ. τρεψάμενοι Σ. 304. 3) τὸ ᾀδόμενον, ᾆσμα, ᾠδή, στονόεσσαν ἀ. οἱ μὲν ἀρ. ἐθρήνεον Ἰλ. Ω. 721, πρβλ. Ὀδ. Α. 352· οὕτως, Ἡρόδ. 2. 79· καὶ συχν. παρὰ Πινδ., εἴτε ἐπὶ χαρᾶς εἴτε ἐπὶ λύπης, πρβλ. Αἰσχύλ. Εὐμ. 954 πρὸς Σοφ. Ἀντ. 882: - λύρας ἀοιδή, Εὐρ. Μήδ. 425. 4) ἀφορμή ἀοιδῆς, ἵνα ᾖσι καὶ ἐσσομένοισιν ἀοιδὴ Ὀδ. Θ. 580· οὕτω καὶ ἐν Ω. 200 λέγεται ἐπὶ τῆς Κλυταιμνήστρας ὅτι στυγερὴ δὲ τ’ ἀοιδὴ ἔσσετ’ ἐπ’ ἄνθρώπους· πρβλ. Θέογν. 252: ἐντεῦθεν 5) μῦθος, διήγημα, ἱστορία, Ἰακωψ. Delectus Epigramm. Gr. 9. 12(;). Πρβλ. ᾠδή. [ἐν Ἡσ. Θ. 48 (ἐκτὸς ἂν ἀναγνώσωμεν, λήγουσί τ’ ἀοιδῆς) καὶ ἐν Πινδ. Ν. 11. 23, ἀοιδὴ πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ἂν μὴ γραφῇ ᾠδή.].

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
par contr. ᾠδη;
1 art du chant;
2 chant;
3 sujet de chant.
Étymologie: ἀείδω.

English (Autenrieth)

ῆς (ἀείδω): song, minstrelsy; τῷ θεὸς περὶ δῶκεν ἀοιδήν, the ‘gift of song’, Od. 8.44 ; ἀοιδῆς ὕμνον, ‘strains of minstrelsy,’ Od. 8.429; concrete, ‘that song,’ Od. 1.351, etc. The various shades of application are not always distinct, nor is anything gained by attempting to distinguish them.

Spanish (DGE)

v. ᾠδή.

Greek Monolingual

ἀοιδή, η (κ. αττ. ᾠδή, βλ. λ.) (Α) αείδω
1. τραγούδι
2. η τέχνη του τραγουδιού
3. κάτι που έγινε αντικείμενο τραγουδιού χαράς ή λύπης
4. θέμα τραγουδιού, μύθος, διήγηση, ιστορία
5. πρόσωπο τραγουδισμένο
6. μαγικά, ξόρκια.

Greek Monotonic

ἀοιδή: [ᾰ] Αττ. συνηρ. ᾠδή, ἡ (ἀείδω),
1. τραγούδι, είτε τραγούδισμα είτε η τέχνη του άσματος, σε Όμηρ.· ή η ίδια πράξη του τραγουδίσματος, το τραγούδι, σε Ομήρ. Ιλ.
2. αυτό που άδεται, το τραγούδι, σε Όμηρ. κ.λπ.
3. το θέμα του τραγουδιού, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀοιδή: дор. ἀοιδά, стяж. ᾠδή
1) песнь, песня Hom., Hes., Trag.;
2) песенный дар (θέσπις ἀ. Hom.);
3) пение (ὀρχεστύς τε καὶ ἄ. Hom.);
4) сказание Hom.

Middle Liddell

ἀείδω
1. song, a singing, whether the art of song, Hom.; or the act of singing, song, Il.
2. the thing sung, a song, Hom., etc.
3. the subject of song, Od.