Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπανθρωπίζομαι

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἀπανθρωπίζομαι Medium diacritics: ἀπανθρωπίζομαι Low diacritics: απανθρωπίζομαι Capitals: ΑΠΑΝΘΡΩΠΙΖΟΜΑΙ
Transliteration A: apanthrōpízomai Transliteration B: apanthrōpizomai Transliteration C: apanthropizomai Beta Code: a)panqrwpi/zomai

English (LSJ)

   A become a man, opp. a beast, Herm. ap. Stob.1.49.69. (Antonym: ἐκθηριοῦσθαι)

Greek (Liddell-Scott)

ἀπανθρωπίζομαι: παθ., γίνομαι ἄνθρωπος, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ κτῆνος, Ἑρμῆς ἐν Στοβ. Ἐκλογ. 1. 1096.

Spanish (DGE)

hacerse hombre ὅσα δὲ πλείονος μὲν πυρός, ὀλίγου δὲ πνεύματος, ὕδατος δὲ καὶ γῆς ἴσης (κεκοινώνηκε), ταῦτα ἀπηνθρώπισται Corp.Herm.Fr.26.20.