Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπαρύω

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761
Full diacritics: ἀπαρύω Medium diacritics: ἀπαρύω Low diacritics: απαρύω Capitals: ΑΠΑΡΥΩ
Transliteration A: aparýō Transliteration B: aparyō Transliteration C: aparyo Beta Code: a)paru/w

English (LSJ)

or ἀπαρτ-ύτω [ῠ], fut. -ύσω,

   A draw off, τὸ ἐπιστάμενον ἀπαρύσαντες having skimmed off the cream, Hdt.4.2, cf. D.S.5.37.    2 metaph., draw off, take off the force of a thing, χαλκῷ ἀπὸ ψυχὴν ἀρύσας Epic. ap. Arist.Po.1457b14; exhaust, come to the end of, Plu.2.463c, etc.:—Med., c. gen., ὁ τῆς μνήμης τῶν ἀγαθῶν ἀπαρυτόμενος skimming the cream of memory, ib.610e:—Pass., aor. part., ἀπαρυθεὶς τὴν ἄνω . . ἄνοιαν ἐπιπολάζουσαν having it skimmed off the surface, Alex.45.

German (Pape)

[Seite 281] (ἀρύω praes.?), ab-, ausschöpfen, ἀπαρύσαντες Her. 4, 2; ἀπαρυστέον Ar. Equ. 918; ἀπαρυθεὶς τὴν ἄνοιαν Alex. Ath. II, 36 e, bei dem die Tollheit abgeschöpft, verdampft ist; übertr., erschöpfen, schwächen, mäßigen, Sp., τί τινος.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπαρύω: ἤ -ύτω [ῠ]· μέλλ. -ύσω: - ἀποσύρω, ἀφαιρῶ, τὸ ἐπιστάμενον ἀπαρύσαντες, ἀφαιρέσαντες τὸ ἐπιπολάζον, Ἡρόδ. 4. 2, πρβλ. Διόδ. 5. 37. 2) μεταφ., ἀφαιρῶ τὴν δύναμιν πράγματός τινος, χαλκῷ ἀπὸ ψυχὴν ἀρύσας Ἐπίγραμμ. Παρ’ Ἀριστ. Ποιητ. Ἱππ. 21. 10· ἀπαρυστέον τῶν ἀπειλῶν Ἀριστοφ. Ἱππ. 921: - ὡσαύτως ὡς τὸ ἀπαντλέω, ἐξαντλῶ, Πλούτ. 2. 463C, κτλ.: - ὡσαύτως μέσ. μετὰ γεν., ὁ τῆς μνήμης ἀπαρυτόμενος Πλούτ. 2. 610Ε: - μετοχ. ἀόρ., ἀπαρυθέντα τὴν ἄνω ταύτην ἄνοιαν ἐπιπολάζουσαν, ἀφοῦ ἀφαιρέσωσιν ἀπ’ αὐτοῦ τὴν ἄνω ἐπιπολάζουσαν ἀνοησίαν, Ἄλεξ. ἐν «Δημητρίῳ» 6.

French (Bailly abrégé)

f. ἀπαρύσω, ao. ἀπήρυσα, part. ao. Pass. ἀπαρυθείς;
puiser, épuiser, acc..
Étymologie: ἀπό, ἀρύω.

Spanish (DGE)

I de líquidos
1 sacar, extraer (τὸ πύον) Hp.Int.9, ἐκ τοῦ κρατῆρος οἶνον Hero Spir.1.19.
2 dentro de los mismos líquidos, de leche desnatar τό ... ἐπιστάμενον ἀπαρύσαντες Hdt.4.2
espumar fig. purgar ἀπαρυθέντα τὴν ἄνω ταύτην ἄνοιαν purgado (el hombre maduro) de esa tontería superficial Alex.45.6, cf. Plu.2.463c.
II en gener. sacar, arrebatar en tm. χαλκῷ ἀπὸ ψυχὴν ἀρύσας Emp.B 138, cf. τοῦ πνεύματος ἀπαρύσαι eliminar el flato Hp.Flat.9.

Greek Monolingual

ἀπαρύω κ. ἀπαρύτω (Α) [[[αρύω]] (-τω)]
1. αποσύρω, αφαιρώ
2. μτφ. α) αφαιρώ τη δύναμη κάποιου
β) εξαντλώ.

Greek Monotonic

ἀπαρύω: ή -αρύτω[ῠ], μέλ. -ύσω, αφαιρώ, αποσπώ, αποσύρω· αφαιρώ τον αφρό από την κρέμα του γάλακτος, σε Ηρόδ.· μεταφ., αφαιρώ τη δύναμη ενός πράγματος, ρημ. επίθ. ἀπαρυστέον, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἀπᾰρύω: Her., Arph., Arst., Diod. = ἀπαρύτω.

Middle Liddell


to draw off, skim off cream, Hdt.: metaph. to draw off the force of a thing, in verb. adj. ἀπαρυστέον, Ar.