Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀποκείρω

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀποκείρω Medium diacritics: ἀποκείρω Low diacritics: αποκείρω Capitals: ΑΠΟΚΕΙΡΩ
Transliteration A: apokeírō Transliteration B: apokeirō Transliteration C: apokeiro Beta Code: a)pokei/rw

English (LSJ)

aor. -έκειρα, Ep. -έκερσα (v. infr.):—Pass., pf. A -κέκαρμαι E.Hec.910:—clip, cut off, properly of hair, mostly in Med., ξανθὴν ἀπεικείρατο χαίτην Il.23.141; ἀποκείρασθαι τὰς κεφαλάς to have their hair shorn close, Hdt.6.21:abs., ἀποκείρασθαι cut off one's hair, Ar. Nu.836; especially in token of mourning, Is.4.7:—in Act., X.Eq.5.8, Thphr.Char.21.3, Luc.Pisc.46; tear out, ἧπαρ Id.Prom.2:—Pass., δὶς ἀποκαρέντα πρόβατα twice shorn or clipped, D.S.1.36; ἀποκεκαρμένος ἐν χρῷ, ἀ. σκάφιον, of peculiar fashions of hair-cutting, Ar.Th. 838, Luc.DMeretr.5.3: c. acc., ἀπὸ στεφάναν κέκαρσαι πύργων thou hast been shorn of thy crown of towers, E.Hec.910; but ἀ. τινὰ τῶν γενείων Philostr.VA7.34. 2 metaph., cheat, τοὺς παχεῖς Luc. Alex.6. II generally, cut through, sever, ἀπὸ δ' ἄμφω κέρσε τένοντε Il.10.456; ἀπὸ δὲ φλέβα πᾶσαν ἔκερσεν 13.546. III metaph., cut off, slay, ἀποκείρεται σὸν ἄνθος πόλεως E.HF875 (lyr.); ἀπέκειρε τὴν ἀκμὴν τῆς Σπάρτης Demad.12.

Spanish (DGE)

I en v. act. cortar ἀπὸ δ' ἄμφω κέρσε τένοντε Il.10.456, Hes.Sc.419, ἀπὸ δὲ φλέβα πᾶσαν ἔκερσεν Il.13.546
hacer una excisión εἰ μή τις ἀποκείρει τῶν οὐάτων τὴν κορυφήν Hp.Cord.7
arrancar, sacar ὁ ἀετὸς ἀποκερῶν τὸ ἧπαρ Luc.Prom.2
destruir en v. pas. ἀπὸ δὲ στεφάναν κέκαρσαι πύργων E.Hec.910, fig. ἀποκείρεται σὸν ἄνθος πόλεος E.HF 875, ἀπέκειρε γὰρ τὴν ἀκμὴν τῆς Σπάρτης Demad.87.12.
II 1en v. act. cortar el pelo, esquilar τὰς ἵππους X.Eq.5.8, τὸν υἱόν Thphr.Char.21.3, κόμην Plu.2.168d, γενείων τε ἀποκείρας αὐτὸν καὶ χαίτης Philostr.VA 7.34, ἀποκειράτω τὸν πώγωνα ἐν χρῷ que se corte la barba al rape Luc.Pisc.46
en v. pas. δὶς ἀποκαρέντα ... πρόβατα D.S.1.36, ἐν χρῷ ... ἀποκεκαρμένη Luc.DMeretr.5.3, αὐτὴν ... σκάφιον ἀποκεκαρμένην ella con el pelo cortado a tazón Ar.Th.838.
2 fig. despojar, robar τοὺς παχεῖς τῶν ἀνθρώπων Luc.Alex.6, cf. D.H.9.23.
3 en v. med. cortarse el pelo ξανθὴν ἀπεκείρατο χαίτην Il.23.141, κόμας Pl.Phd.89b, τὸ γένειον D.C.79.14.4
en señal de duelo raparse τὰς κεφαλάς Hdt.6.21
fig. (Γαῖα) ἀνέμοις ἀπεκείρατο δενδράδα χαίτην (la Tierra) por obra de los vientos se despojó de su arbórea cabellera Nonn.D.2.639, 11.514
abs. Ar.Nu.836, ref. a las cejas, Arist.HA 518b7, en señal de luto, Is.4.7.

German (Pape)

[Seite 306] abscheeren, Haupt- u. Barthaar, bes. med., χαίτην ἀπεκείρατο Il. 23, 141; τὰς κεφαλὰς ἀποκείρασθαι Her. 6, 21; τὰς κόμας Plat. Phaed. 89 b; τὸν πώγωνα Luc. Pisc. 46; γένειον Herodian. 5, 4, 12; ohne Zusatz, Is. 4, 7; οὐδεὶς ἀπεκείρατ' οὐδ' ἠλείψατο Ar. Nubb. 826; σκάφιον ἀποκεκαρμένη Th. 838, eine eigene Art, das Haar zu scheeren; vgl. Ach. 849; ἀπεκεκάρκει Luc. Tox. 51; ἀποκαρτέον Eupol. Poll. 2, 33; ἀποκαρέντα πρόβατα, geschorene Schafe, D. Sic. 1, 36; – zerschneiden, zerhauen, τένοντε, φλέβα, in tmesi, Il. 10, 456. 13, 546; vertilgen, δαίμων ἄνδρας Aesch. Pers. 885; ἄνθος πόλεως Eur. Herc. F. 875; pass., ἀπὸ στεφάναν κέκαρσαι πύργων, du bist des Kranzes beraubt, Hec. 910; vom Adler des Prometheus ἀποκερῶν τὸ ἧπαρ Luc. Prom. 2; berauben, Sp., vgl. Dion. Hal. 9, 23.

French (Bailly abrégé)

f. ἀποκερῶ, ao. ἀπέκειρα, pqp. ἀπεκεκάρκειν;
Pass. ao. ἀπεκάρην, pf. ἀποκέκαρμαι;
1 couper, tondre (les cheveux, la barbe, la crinière, etc.);
2 couper en gén. ; fig. faire périr, détruire;
Moy. ἀποκείρομαι tondre sur soi (les cheveux, etc.) acc..
Étymologie: ἀπό, κείρω.

Russian (Dvoretsky)

ἀποκείρω:
1 тж. med. стричь, обстригать (τὰς κεφαλάς Her.; ἀποκαρέντα πρόβατα Diod.);
2 тж. med. состригать, срезывать (χαίτην Hom.; τὰς κόμας Plat.; τὸν πώγωνα Luc.);
3 перен. стричь, обирать (τοὺς παχεῖς τῶν ἀνθρώπων Luc.);
4 уничтожать, истреблять (ἄνδρας Aesch.; ἀποκείρεται ἄνθος πόλεως Eur.);
5 рассекать, разрезать (φλέβα Hom. - in tmesi).

Greek (Liddell-Scott)

ἀποκείρω: μέλλ. -κερῶ, Ἐπ. -κέρσω: ἀόρ. -έκειρα, Ἐπ. -έκερσα: Παθ., ἀόρ. -εκάρην: πρκμ. -κέκαρμαι, ἀποκόπτω, κυρίως ἐπὶ τῆς κόμης, τὸ πλεῖστον κατὰ μέσ. τύπ., ξανθήν ἀπεκείρατο χαίτην Ἰλ. Ψ. 141· ἀποκείρασθαι τὰς κεφαλὰς, νὰ ἀποκείρωσι τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς αὑτῶν μέχρι τοῦ δέρματος, Ἡρόδ. 6. 21· καὶ ἀπολ., ἀποκείρασθαι, νὰ ἀποκείρῃ τις τὴν κόμην του, Ἀριστοφ. Νεφ. 836· ἴδίως ὡς σημεῖον θλίψεως, Ἰσαῖος 47. 9· οὕτω καὶ ἐν τῷ ἐνεργ., Ξεν. Ἱππ. 5. 8, Λουκ. Ἁλ. 46: ― παθ. δὶς ἀποκαρέντα πρόβατα, δὶς κουρευθέντα, Διόδ. 1. 36· ἀποκεκαρμένος μοιχόν, ἀπ. σκάφιον, ἐπὶ ἰδιαιτέρων τρόπων κουρᾶς, Ἀριστοφ. Ἀχ. 849, Θεσμ. 838· μετ’ αἰτ., ἀπὸ δὲ στεφάναν κέκαρσαι πύργων, σοὶ ἀπέκειραν, δηλ. κατέστρεψαν τὸ διάδημα τῶν πύργων, οἵτινές σε περιέστεφον, Εὐρ. Ἑκ. 910. 2) μεταφ., ἐξαπατῶ, τοὺς παχεῖς Λουκ. Ἀλεξ. 6. ΙΙ. ἐν γένει διατέμνω, διαχωρίζω, ἀπὸ δ’ ἄμφω κέρσε τένοντε Ἰλ. Κ. 456· ἀπὸ δὲ φλέβα πᾶσαν ἔκερσεν Ν. 546. ΙΙΙ. ἀποκόπτω, φονεύω, ἄνδρας, Αἰσχύλ. Πέρσ. 921, πρβλ. Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 875, Δημάδ. 180. 3.

English (Autenrieth)

only aor. 1 mid. ἀπεκείρατο: shear away, Il. 23.141†.

Greek Monolingual

ἀποκείρω (AM) κείρω
1. κουρεύω
2. εκκλ. κουρεύω δόκιμο μοναχό κατά την περιβολή του μοναχικού σχήματος
αρχ.
1. κόβω τελείως, κατακόπτω
2. καταστρέφω, τσακίζω.

Greek Monotonic

ἀποκείρω: μέλ. -κερῶ, Επικ. -κέρσω· αόρ. αʹ -έκειρα, Επικ. -έκερσα — Παθ. αόρ. βʹ -εκάρην [ᾰ], παρακ. -κέκαρμαι·
I. 1. κόβω, κουρεύω τα μαλλιά, κατά κανόνα στη Μέσ.· απεκείρατο χαίτην, έκοψε τα μαλλιά του, σε Ομήρ. Ιλ.· ἀποκείρασθαι τὰς κεφαλάς, κουρεύουν τα μαλλιά τους μέχρι το δέρμα, σε Ηρόδ.· και απόλ., ἀποκείρασθαι, κόβω πολύ κοντά τα μαλλιά μου, σε Αριστοφ. — Παθ., μτχ. παρακ. ἀποκεκαρμένος, έχοντας τα μαλλιά του κοντοκουρεμένα, στον ίδ.
2. μεταφ., εξαπατώ· τοὺς παχεῖς, σε Λουκ.
II. γενικά, διαχωρίζω, διατέμνω, αποχωρίζω, σε Ομήρ. Ιλ.
III. πετσοκόβω, σφαγιάζω, φονεύω, σε Αισχύλ.

Middle Liddell


I. to clip or cut off hair, mostly in Mid., ἀπεκείρατο χαίτην cut off his hair, Il.; ἀποκείρασθαι τὰς κεφαλάς to have their hair shorn close, Hdt.; and absol., ἀποκείρασθαι to cut off one's hair, Ar.:—Pass., perf. part. ἀποκεκαρμένος with one's hair cut short, Hdt.
2. metaph. to cheat, τοὺς παχεῖς Luc.
II. generally, to cut through, sever, Il.
III. to cut off, slay, Aesch.

Léxico de magia

en v. med. cortarse el pelo, como parte de un rito ἀποκειράμενος ἐκ τῆς κεφαλῆς σου τρίχα, συνέλιξον τῷ χάρτῃ corta un cabello de tu cabeza y envuélvelo con el rollo de papiro P V 386