Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀποπτύω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀποπτύω Medium diacritics: ἀποπτύω Low diacritics: αποπτύω Capitals: ΑΠΟΠΤΥΩ
Transliteration A: apoptýō Transliteration B: apoptyō Transliteration C: apoptyo Beta Code: a)poptu/w

English (LSJ)

   A spit out, ὄνθον ἀποπτύων Il. 23.781; of the sea, ἀποπτύει ἁλὸς ἄχνην 4.426, cf. Emp.115.10; ἀ. σίαλον ἐκ τοῦ στόματος X.Mem.1.2.54: abs., spit, A Fr.354, X.Cyr. 1.2.16 codd., Thphr.Char.19.11:—Pass., Ph.1.20, Gal.15.472; to be washed ashore, Alciphr.1.10.    2 abominate, spurn, ἀποπτύουσι δέ τ' ἀράς Hes. Op.726; ἀποπτύεις λόγους A.Eu.303; ἀπέπτυσαν εὐνὰς ἀδελφοῦ Id.Ag.1192, cf. Pr.1070(lyr.), Ar.Pax528, E.Andr.607; disown, A.Ch.197:—aor. ἀπέπτυσα freq. used in pres. sense, ἀπέπτυσα μὲν λόγον E.Hel.664, cf.IA874: freq. abs., ἀπέπτυσα omen absit, Id.Hipp.614, Hec.1276, IT1161; ἀ. χαλινόν, of a horse, Philostr.Im. 1.12.    3 ward off, Epic. in BKT5(1).122. [υ of pres. long in Ep.; υ of fut. and aor. short in Trag.]

German (Pape)

[Seite 321] (s. πτύω), ausspeien, ὄνθον Il. 23, 781; ἁλὸς ἄχνην 4, 426, die Woge wirst Schaum aus; σίαλον ἐκ τοῦ στόματος Xen. Mem. 1, 2, 54 u. Sp. Von Pferden, die den Zügel nicht vertragen, s. Jacobs zu Philostr. p. 280. Gew. übertr., verschmähen, verabscheuen, Hes. O. 724; Aesch. Eum. 293; bes. im aor. ἀπέπτυσα, Prom. 1072 Ag. 953 u. öfter; λόγους Soph. frg. 616; vgl. Ar. Pax 520; absolut, Eur. Hec. 1265, ἀπέπτυσα, Schol. καταφρονῶ; öfter in Anth.

Greek (Liddell-Scott)

ἀποπτύω: μέλλ. -ύσω, ἐκπτύω, ἀποβάλλω, ὄνθον ἀποπτύων Ἰλ. Ψ. 781· ἐπὶ τῆς θαλάσσης, ἐκβάλλω, τινάσσω ἔξω, ἀποπτύει ἁλὸς ἄχνην Δ. 426· ἀπ. σίαλον ἐκ τοῦ στόματος Ξεν. Ἀπομν. 1. 2, 54· ἀπολ. πτύω, Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 376, Ξεν. Κύρ. 1. 2, 16: - Παθ., Φίλων 4. 29, Γαλην. 2) βδελύττομαι, ἀποκρούω, ἀπορρίπτω, περιφρονῶ, Λατ. respuere, ἀποπτύουσι δέ τ’ ἀρὰς Ἡσ. Ἔργ. καὶ Ἡμ. 724· ἀποπτύεις λόγους Αἰσχύλ. Εὐμ. 303· ἀπέπτυσαν εὐνὰς ἀδελφοῦ ὁ αὐτ. Ἀγ. 1192. Πρ. 1070, πρβλ. Ἀριστοφ. Εἰρ. 528, Εὐρ. Ἀνδρ. 607· ἁπλῶς, δὲν ἀναγνωρίζω, Αἰσχύλ. Χο. 195· - ὁ ἀόρ. ἀπέπτυσα συχνάκις κεῖται μετὰ σημασ. ἐνεστ., ἀπέπτυσα μὲν λόγον Εὐρ. Ἑλ. 664, πρ. Ι. Α. 874· καὶ συχν. ἀπολύτ. ἀπέπτυσα, Λατ. omen absit, ὁ αὐτ. Ἱππ. 614, Ἑκάβ. 1266, Ι. Τ. 1161· ἀπ. χαλινόν, ἐπὶ ἵππου, Φιλόστρ. 781, πρβλ. ἀποπτυστήρ, [τὸ υ τοῦ ἐνεστ. μακρὸν παρ’ Ἐπ., τὸ δὲ υ τοῦ μέλλ. καὶ ἀορ. βραχὺ παρὰ Τραγ.].

French (Bailly abrégé)

1 rejeter en crachant, cracher ; acc. en parl. de la mer : ἀπ. ἁλὸς ἄχνην IL rejeter de l’écume;
2 particul. cracher en se détournant pour conjurer un mauvais présage ; abs. ἀπέπτυσα j’ai craché, càd que ce présage soit détourné.
Étymologie: ἀπό, πτύω.

Spanish (DGE)

• Prosodia: [ῡ en pres. ép. Il.23.781; ῠ en fut. y aor. trag., A.A.1192]
I 1escupir c. suj. de pers. o cosa y ac. ὄνθον ἀποπτύων Il.l.c., (αἷμα) A.Fr.186a, σίαλον ἐκ τοῦ στόματος X.Mem.1.2.54, (τὸ ἄγαλμα) αἷμα ἀπέπτυσεν D.C.54.7.3
de un caballo tascar χαλινόν Philostr.Im.1.12, ἀφρὸν ὀδόντων Nonn.Par.Eu.Io.9.6, cf. D.36.228, el mar ἀποπτύει ἁλὸς ἄχνην Il.4.426, (σφε) πόντος δ' ἐς χθονὸς οὖδας ἀπέπτυσε Emp.B 115.10
en v. pas. ser escupido, arrojado por el mar a la tierra τι τῶν ἐκ ναυαγίας ἀποπτυσθὲν ... σῶμα Alciphr.1.10.4
abs. ἀποπτύσαι βουλόμενος Thphr.Char.19.11, cf. X.Cyr.1.2.16 (cód.), Plu.2.237a
aor. ἀπέπτυσα frec. de una acción recién realizada escupo con desprecio para alejar un mal augurio, E.Hipp.614, Hec.1276, IT 1161
intr. brotar, surgir φλὸξ ... ἐκ σκοπέλων A.R.4.925.
2 medic. expectorar αἷμα Hp.Art.50, c. ac. int. οὐδὲν ἄξιον λόγου Hp.Prog.8, 17, πολύ Hp.Int.3, abs. πολλάκις δ' ... ἀποπτύει Hp.Int.3, cf. Morb.3.16.15
fig. expulsar τὸ δ' ὑγρὸν ... εἰς τὸν κουλεόν Hp.Cord.3, ἀποπτύσαι· ἀπομύξασθαι e.d. sonarse los mocos Hsch.
II fig. abominar, rechazar con desprecio ἀράς Hes.Op.726, εὐνὰς ἀδελφοῦ A.A.1192, λόγους A.Eu.303, τὰς τῶν παθῶν ἐπικρατείας LXX 4Ma.3.18, cf. A.Pr.1070, Ar.Pax 528, E.Andr.607
repudiar τόνδ' ἀποπτύσαι πλόκον A.Ch.197
aor. ἀπέπτυσα de una acción recién realizada ἀπέπτυσα μὲν λόγον E.Hel.664.

Greek Monolingual

ἀποπτύω (AM) πτύω
1. αρνούμαι να δεχθώ κάτι, απορρίπτω,
2. (για άλογα) δεν ανέχομαι χαλινάρι
αρχ.
1. αποβάλλω κάτι από το στόμα, φτύνω
2. σιχαίνομαι, περιφρονώ.

Greek Monotonic

ἀποπτύω: [ῡ], μέλ. -ύσω, αόρ. αʹ -έπτῡσα·
1. φτύνω, αποβάλλω, σε Ομήρ. Ιλ.· ἀποπτύω ἄχνην, κάνω εμετό βγάζοντας και σάλια, στο ίδ.· απόλ., φτύνω, σε Ξεν.
2. βδελύσσομαι, σιχαίνομαι, περιφρονώ, σε Αισχύλ., Ευρ.· αόρ. αʹ ἀπέπτυσα, = Λατ. omen absit, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἀποπτύω:
1) выплевывать (ὄνθον Hom.; σίαλον ἐκ τοῦ στὸματος Xen.);
2) плевать, сплевывать Aesch., Xen.: ἀπέπτυσα! Eur. сплюнь!, т. е. прочь!, долой!, сгинь! (сплевывание служило символом презрения или предотвращения дурной приметы);
3) выплескивать, извергать (ἁλὸς ἄχνην Hom.);
4) с презрением отвергать (λόγους τινός Aesch.).

Middle Liddell


1. to spit out, Il.; ἀπ. ἄχνην to vomit forth foam, Il.; absol. to spit, Xen.
2. to abominate, loathe, spurn, Aesch., Eur.: aor1 ἀπέπτυσα, = Lat. omen absit, Eur.