Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπορραίω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἀπορραίω Medium diacritics: ἀπορραίω Low diacritics: απορραίω Capitals: ΑΠΟΡΡΑΙΩ
Transliteration A: aporraíō Transliteration B: aporraiō Transliteration C: aporraio Beta Code: a)porrai/w

English (LSJ)

   A bereave one of a thing, c. dupl. acc., ὅστις σ' ἀέκοντα βίηφι κτήματ' ἀπορραίσεἰ Od.1.404; ἀπορραῖσαι [αὐτὸν] φίλον ἦτορ bereave him of life, 16.428; θυμὸν ἀπορραῖσαι (sc. ἄνδρας) Emp.128: c. gen. rei, μή τιν' ἀπορραίσειν γεράων Hes.Th.393.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπορραίω: ἀφαιρῶ ἢ ἁρπάζω τι παρά τινος μετὰ διπλ. αἰτ.: μὴ γὰρ ὅ γ’ ἔλθοι ἀνὴρ, ὅς τίς σ’ ἀέκοντα βίηφι κτήματ’ ἀπορραίσει Ὀδ. Α. 404· ἀπορραῖσαι [αὐτὸν] φίλον ἦτορ, ἀποστερῆσαι αὐτὸν τῆς ζωῆς, Π. 428· θυμὸν ἀπορραῖσθαι (ἐνν. ἄνδρας) Ἐμπεδ. 426: ― ὡσαύτως μετὰ γεν. πράγματος, μή τιν’ ἀπορραίσειν γεράων Ἡσ. Θ. 393.

French (Bailly abrégé)

arracher violemment : τινά τι qch à qqn.
Étymologie: ἀπό, ῥαίω.

English (Autenrieth)

(ῥαίω), fut. ἀπορραίσει, aor. inf. ἀπορραῖσαι: wrest away from; τινά τι. (Od.)

Spanish (DGE)

arrebatar, quitar c. dos ac. τὸν ... φίλον ἦτορ Od.16.428, σ' ... κτήματ' Od.1.404, cf. Emp.B 137.21
sólo c. uno θυμόν Emp.B 128.10
c. ac. de pers. y gen. de cosa τιν' ... γεράων Hes.Th.393.

Greek Monolingual

ἀπορραίω (Α) ραίω
στερώ από κάποιον κάτι, αποστερώ.

Greek Monotonic

ἀπορραίω: μέλ. -σω, αφαιρώ, αρπάζω κάτι από κάποιον, με διπλή αιτ., σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀπορραίω: вырывать, похищать (τινά τι Hom. и τινά τινος Hes.).

Middle Liddell


to bereave one of a thing, c. dupl. acc., Od.