Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀρρωστία

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἀρρωστία Medium diacritics: ἀρρωστία Low diacritics: αρρωστία Capitals: ΑΡΡΩΣΤΙΑ
Transliteration A: arrōstía Transliteration B: arrōstia Transliteration C: arrostia Beta Code: a)rrwsti/a

English (LSJ)

ἡ,

   A weakness, sickness, Hp.VM6, etc.: pl., Arist.EN 1115a2, SIG731.7 (Tomi, i B. C.): esp. lingering ailment, bad state of health, Phryn.PSp.10 B.; ἀ. τοῦ ἀδικεῖν Pl.R.359b.    2 moral weakness, D.Prooem.53; loss of morale, Th.7.47; ἀ. τις διανοίας Arist. Ph.253a33: c. gen., ἀ. τοῦ στρατεύειν lack of eagerness to serve, Th. 3.15, cf. Phryn.PSp.10 B.

Greek (Liddell-Scott)

ἀρρωστία: ἡ, ἀδυναμία, ἀσθένεια, νόσος, κοινῶς «ἀρρώστια», Ἱππ. π. Ἀρχ. Ἰητρ. 10, Θουκ. 7. 47, κτλ.· διαρκὴς ἀδιαθεσία, ἀσθενὴς κατάστασις τοῦ σώματος, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 4. 10, 14, πρβλ. Α. Β. 8· ἀρρ. τοῦ στρατεύειν, ἀδυναμία πρὸς στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, Θουκ. 3. 15· οὕτω, ἀρρ. τοῦ ἀδικεῖν Πλάτ. Πολ. 359Β. 2) ἠθικὴ ἀδυναμία, ᾗ γὰρ ἂν ἡμέρᾳ τῆς λίαν ἀρρωστίας ἀπαλλαγῆτε, ταύτῃ τούτους οὐδ’ ὁρῶντες ἀνέξεσθε Δημ. 1459. 26.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 faiblesse, maladie ; épuisement, abattement;
2 incapacité, impuissance.
Étymologie: ἄρρωστος.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): jón. -ίη Hp.VM 6
1 enfermedad τῷ δὲ σώματι φθίσις τε καὶ ἀρρωστίη Hp.l.c., αἱ δὲ πολυχρόνιοι τῶν ἀρρωστιῶν Epicur.Sent.[5] 4.4, cf. Aen.Tact.26.12, Arist.EN 1115a2, PSI 333.2 (III a.C.), PTeb.44.9 (II a.C.), SIG 731.7 (Olbia I d.C.)
ref. a anim. ἢ κριθίασις ἢ ἄλλη τις ἀ. X.Eq.4.2, τῶν δ' ὀρνίθων ἐν ταῖς ἀρρωστίαις ἐπίδηλος ἡ πτέρωσις γίγνεται Arist.HA 601b6
falta de salud ἡ μὲν νόσος ἐστὶ καὶ μακρὰ καὶ ὀλιγοχρόνιος, ἡ δὲ ἀ. τὴν μακροχρόνιον δηλοῖ Phryn.PS 10.
2 falta de ánimo de un ejército, Th.7.47, cf. D.Prooem.53
debilidad ἀ. τίς ἐστι διανοίας Arist.Ph.253a33
c. gen. ἀ. τοῦ στρατεύειν falta de deseo de entrar en campaña Th.3.35
falta de capacidad para τοῦ ἀδικεῖν Pl.R.359b, τοῦ μένειν Numen.3.10.

Greek Monolingual

η (AM ἀρρωστία)
1. η κακή κατάσταση της υγείας, η ασθένεια
2. η παρατεταμένη αδιαθεσία
3. η ηθική αδυναμία, η πτώση του φρονήματος ή το ελάττωμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. αρρώστια < αρχ. αρρωστία (< άρρωστος) ή υποχωρητικά, από το ρ. αρρωστώ].

Greek Monotonic

ἀρρωστία: ἡ, ασθένεια, αρρώστια, αδυναμία, σε Θουκ. κ.λπ.· ἀρρώστια τοῦστρατεύειν, αδυναμία εκτέλεσης στρατιωτικής υπηρεσίας, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀρρωστία:
1) слабость, хилость, болезненность Thuc., Isocr., Xen., Arst., Plut.;
2) недуг, болезнь (τῆς ὄψεως Arst.);
3) неспособность, отсутствие склонности (τοῦ στρατεύειν Thuc.; τοῦ ἀδικεῖν Plat.);
4) нравственная испорченность, порочность Dem.

Middle Liddell

[from ἄρρωστος
weakness, sickness, Thuc., etc.; ἀρρ.τοῦ στρατεύειν inability to serve, Thuc.