Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀσάλπικτος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἀσάλπικτος Medium diacritics: ἀσάλπικτος Low diacritics: ασάλπικτος Capitals: ΑΣΑΛΠΙΚΤΟΣ
Transliteration A: asálpiktos Transliteration B: asalpiktos Transliteration C: asalpiktos Beta Code: a)sa/lpiktos

English (LSJ)

ον,

   A without sound of trumpet, ὥρα ἀ. the hour when no trumpet sounds, i.e. midnight, S.Fr.389.

Greek (Liddell-Scott)

ἀσάλπικτος: -ον, ἄνευ τοῦ ἤχου σάλπιγγος, «ἀσάλπικτον ὥραν· τὸ μεσονύκτιον· ἑσπέρας γὰρ καὶ ὄρθρου ἐσάλπιζον. Σοφοκλῆς Λημνίαις» Ἡσύχ. (Σοφ. Ἀποσπ. 351)· φέρεται καὶ γραφὴ ἀσάλπιγκτος, ἀλλ’ ἡμαρτημένως.

Spanish (DGE)

-ον

• Alolema(s): ἀσάλπιγκτος Steph.in Rh.317.4
en que no suena la trompeta ὥρα S.Fr.389, μέλος Steph.l.c.

Greek Monolingual

ἀσάλπικτος, -ον (Α)
σαλπίζω
χωρίς τον ήχο της σάλπιγγας («ὥρα ἀσάλπικτος» — ώρα κατά την οποία δεν ακούγεται ήχος σάλπιγγας).