Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀσέβημα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἀσέβημα Medium diacritics: ἀσέβημα Low diacritics: ασέβημα Capitals: ΑΣΕΒΗΜΑ
Transliteration A: asébēma Transliteration B: asebēma Transliteration C: asevima Beta Code: a)se/bhma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A impious or profane act, sacrilege, opp. ἀδίκημα, Antipho 2.1.3, Th.6.27, D.21.104; τὰ περὶ τοὺς θεοὺς ἀσεβήματα Id.16.130.

German (Pape)

[Seite 369] τό, Frevelthat, gottlose That, Thuc. 6, 27; oft Oratt., z. B. Andoc. 1, 31 Lys. 6, 13 u. Folgde.

Greek (Liddell-Scott)

ἀσέβημα: τό, ἀσεβὴς ἢ βέβηλος πρᾶξις, ἱεροσυλία, ἀντιδιεσταλμένως πρὸς τὸ ἀδίκημα, Ἀντιφῶν 115. 11, Θουκ. 6. 27, Δημ. 548. 11· τὰ περὶ τοὺς θεοὺς ἀσεβήματα ὁ αὐτ. 557. 16.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
impiété, sacrilège.
Étymologie: ἀσεβέω.

Spanish (DGE)

-ματος, τό
acto impío contra cosas sagradas o relacionadas con lo divino, de la mutilación de los Hermes, Th.6.27, τὰ περὶ τοὺς θεοὺς ἀσεβήματα D.21.130, τὰ μὲν περὶ τοὺς θεοὺς γιγνόμενα μὴ δεόντως ἀσεβήματα καλεῖται, τὰ δὲ πρὸς ἀλλήλους τοῖς ἀνθρώποις ἀδικήματα D.Chr.31.13, τὰ περὶ τοὺς κατοιχομένους γιγνόμενα οὐκ ὀρθῶς ἀσεβήματα κέκληται D.Chr.31.14, cf. 31.80, εἰς τοὺς ἥρωας ἀσεβήματα D.Chr.31.81, de donde las oposiciones ἀ., οὐκ ἀδίκημα μόνον D.21.104, παρανόμημα, μᾶλλον δ' ἀ. Numen.24.30
gener. cuando el criminal no es perseguido ἀ. ἡμέτερον γίγνεται nos hacemos culpables de impiedad Antipho 2.1.3, ὑπονοεῖν γὰρ ἄρχομαι ... τἀσέβημα τὸ γεγονός Men.Sam.493, en plu. τὰ ἀσεβήματά μου LXX La.1.14, cf. 4.22.

Greek Monolingual

ἀσέβημα, το (Α) ασεβώ
η ασεβής, η ιερόσυλη πράξη («τὰ πρὸς τοὺς θεοὺς ἀσεβήματα»).

Greek Monotonic

ἀσέβημα: -ατος, τό, ασεβής ή βλάσφημη πράξη, ιεροφυλία, σε Θουκ., Δημ.

Russian (Dvoretsky)

ἀσέβημα: ατος τό нечестивый поступок, кощунство Thuc., Lys., Plat., Dem., Plut.

Middle Liddell

ἀσεβής
an impious or profane act, Thuc., Dem.