Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀσαλαμίνιος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἀσᾰλᾰμίνιος Medium diacritics: ἀσαλαμίνιος Low diacritics: ασαλαμίνιος Capitals: ΑΣΑΛΑΜΙΝΙΟΣ
Transliteration A: asalamínios Transliteration B: asalaminios Transliteration C: asalaminios Beta Code: a)salami/nios

English (LSJ)

[μῑ], ον,

   A not having been at Salamis, Ar.Ra.204.

German (Pape)

[Seite 368] der nicht bei Salamis mitgefochten hat, Ar. Ran. 204.

Greek (Liddell-Scott)

ἀσᾰλαμίνιος: [μῑ], ον, ὁ μὴ πλεύσας εἰς Σαλαμῖνα, ὁ μὴ ναυτικός, ἢ ὁ μὴ μετασχὼν τῆς ἐν Σαλαμῖνι ναυμαχίας, κᾆτα πῶς δυνήσομαι, ἄπειρος, ἀθαλάττωτος, ἀσαλαμίνιος ὤν, εἶτ’ ἐλαύνειν; Ἀριστοφ. Βάτρ. 204.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui n’a pas combattu à Salamine.
Étymologie: ἀ, Σαλαμίς.

Spanish (DGE)

(ἀσᾰλᾰμίνιος) -ον

• Prosodia: [-ῑ-]
1 que no combatió en Salamina Ar.Ra.204.
2 ἀ.· ἄπειρος θαλάσσης Hsch.

Greek Monolingual

ἀσαλαμίνιος, -ον (Α)
αυτός που δεν έχει πλεύσει προς τη Σαλαμίνα ή που δεν πήρε μέρος στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Greek Monotonic

ἀσᾰλᾰμίνιος: [μῑ], -ον, αυτός που δεν έχει πλεύσει, αυτός που δεν μετείχε στην ναυμαχία της Σαλαμίνας, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἀσᾰλᾰμίνιος: (μῑ) не участвовавший в Саламинском сражении Arph.

Middle Liddell

not having been at Salamis, Ar.