Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀστόμωτος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἀστόμωτος Medium diacritics: ἀστόμωτος Low diacritics: αστόμωτος Capitals: ΑΣΤΟΜΩΤΟΣ
Transliteration A: astómōtos Transliteration B: astomōtos Transliteration C: astomotos Beta Code: a)sto/mwtos

English (LSJ)

ον,

   A with no orifice, Sor.1.57, Orib.45.3.8, Prob. in Gal.18(2).795.    II unsharpened, untempered, of metal, Hsch. s.v. ἄβαπτος.

German (Pape)

[Seite 376] ungestählt, VLL.

Greek (Liddell-Scott)

ἀστόμωτος: -ον, μὴ ἐστομωμένος, ὁ μὴ ἠκονημένος, μὴ βεβαμμένος, ἐπὶ σιδήρου, Ἡσύχ. ἐν λέξει ἄβαπτος.

Spanish (DGE)

-ον
1 que no tiene orificio ὑμήν Sor.41.19
que no tiene mangas χιτών Orib.45.3.7.
2 no templado Hsch.s.u. ἄβαπτος.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀστόμωτος, -ον) στομώ
αυτός που δεν έχει ακονιστεί, που δεν έχει γίνει κοφτερός
νεοελλ.
1. αυτός που δεν έχει χάσει την ικανότητα να κόβει, που δεν έχει αμβλυνθεί
2. ο ασυγκράτητος, ο ριψοκίνδυνος
(«αστόμωτη λεβεντιά»)
3. ο αχόρταγος (κυρίως για σωματική ηδονή)
αρχ.
ο χωρίς στόμιο.