Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀτάλαντος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἀτάλαντος Medium diacritics: ἀτάλαντος Low diacritics: ατάλαντος Capitals: ΑΤΑΛΑΝΤΟΣ
Transliteration A: atálantos Transliteration B: atalantos Transliteration C: atalantos Beta Code: a)ta/lantos

English (LSJ)

[ᾰτᾰ], ον, (ἀ- copul., τάλαντον)

   A equal in weight, equivalent to, like, ἀ. Ἄρηϊ Il.5.576; Διῒ μῆτιν ἀ. equal to Zeus in wisdom, 2.169, etc.: generally, like, ἀστέρι A.R.2.40.    2 in equipoise, Arat.22.

German (Pape)

[Seite 383] (τάλαντον, α copulat.), 1) gleichwiegend, gleich; Hom. oft, z. B. ἀτάλαντος Ἄρηι Iliad. 2, 627, ἀτάλαντος Ἐνυαλίῳ 2, 651, θεόφιν μήστωρ ἀτάλαντος 17, 477, Διὶ μῆτιν ἀτάλαντε 11, 200, ἀργαλέων ἀνέμων ἀτάλαντοι ἀέλλῃ 13, 795, νυκτὶ θοῇ ἀτάλαντος ὑπώπια 12, 463. – 2) im Gleichgewicht schwebend, Arat. 22.

Greek (Liddell-Scott)

ἀτάλαντος: -ον, (α ἀρθοιστ. τάλαντον), ἴσος κατὰ τὸ βάρος, ἰσοδύναμοςἴσος πρός τι, ὅμοιος, τινι Ὅμ.· ἐπὶ ἀνθρώπων, ἀτάλαντον Ἄρηϊ Ἰλ. Ε. 576· Διΐ μῆτιν ἀτάλαντον, «τῷ Διΐ τὴν εὐβουλίαν ἴσον» (Σχόλ.) Β.169, κτλ.· ἐν γένει, ὅμοιος, ἀστέρι Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 40. 2) ἰσόρροπος, ἔχει δὲ ἀτάλαντον ἁπάντῃ μεσσηγὺς γαῖαν Ἄρατ. 22.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
égal en poids, égal ou semblable à, τινι.
Étymologie: ἀ- cop., τάλαντος.

English (Autenrieth)

(τάλαντον): like in weight, equal.

Spanish (DGE)

-ον

• Prosodia: [τᾰ]
1 de igual peso de donde equiparable, semejante c. dat. Ἄρηϊ Il.2.627, 5.576, Hes.Fr.25.16, Ἐνυαλίῳ Il.17.259, θεόφιν μήστωρ ἀ. Od.3.110, 409, Hes.Fr.190.7, ἀτάλαντοι ἀέλλῃ Il.13.795, cf. Q.S.11.224, 476, οὐρανίῳ ... ἀστέρι A.R.2.40, ὀδυρομένῳ Opp.H.5.509, ὕδωρ κρυστάλλῳ ἀτάλαντον Q.S.6.477, c. gen. en una compar. abreviada εἰναλίου δ' ἵπποιο χολὴ ἀτάλαντος ὑαίνης Marc.Sid.73
c. dat. y ac. de rel. Διὶ μῆτιν ἀτάλαντον de Odiseo Il.2.169, νυκτὶ θοῇ ἀτάλαντος ὑπώπια de Héctor Il.12.463, ἄλλα μὲν ἵππῳ, ἄλλα θεῷ ἀτάλαντον de Quirón, A.R.2.1241, cf. ἀ. ὁ ἰσοτάλαντος Sch.D.T.336.8, ἀτάλαντον· ἰσόζυγον Hsch.
2 que está en equilibrio, igual abs. Νεῖκός τ' οὐλόμενον δίχα τῶν, ἀτάλαντον ἁπάντῃ Emp.B 17.19, οὐκ ἀμφοῖν ἀτάλαντον ἑὴν μερίσαντο ποθητύν no dividen su amor por igual con los dos Opp.C.2.609, ἔχει δ' ἀτάλαντον ἁπάντη μεσσηγὺς γαῖαν Arat.22
c. dat. de rel. γενεῇ δ' ἀτάλαντον igual en edad Ps.Phoc.221.

Greek Monolingual

(I)
ἀτάλαντος, -ον (Α)
1. ίσος κατά το βάρος, ισοδύναμος
2. όμοιος
3. ισόρροπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- (αθροιστικό) + τάλαντον «στάθμη, ζυγαριά»].
(II)
-η, -ο
αυτός που δεν έχει ταλέντοατάλαντος ποιητής»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + τάλαντο].

Greek Monotonic

ἀτάλαντος: -ον (α αθροιστικό, τάλαντον), ίσος στο βάρος, ισοδύναμος ή όμοιος με κάποιον, τινι, σε Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

ἀτάλαντος: (τᾰ) досл. равный по весу, перен. равный, подобный (τινι Hom.).

Etymological

See also: τάλαντον

Middle Liddell

copulat.,, τάλαντον
equal in weight, equivalent, or equal to, τινι Hom.