Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀτάλλω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ἀτάλλω Medium diacritics: ἀτάλλω Low diacritics: ατάλλω Capitals: ΑΤΑΛΛΩ
Transliteration A: atállō Transliteration B: atallō Transliteration C: atallo Beta Code: a)ta/llw

English (LSJ)

[ᾰ], (ἀταλός) only in pres. and impf.,

   A skip in childish glee, gambol, ἄταλλε δὲ κήτε' ὑπ' αὐτοῦ Il.13.27, cf. Mosch.2.116, Philostr. Im.2.3.    II Act., bring up a child, rear, foster, Hom.Epigr. 4.2; νέαν ψυχὴν ἀτάλλων S.Aj.559: metaph., ἐλπὶς ἀτάλλοισα καρδίαν Pi.Fr.214:—Pass., grow up, wax, h.Merc.400:—Act., intr. in this sense, ἐτρέφετ' ἀτάλλων [ᾱτ] Hes.Op.131.—Poet. and later Prose.

German (Pape)

[Seite 383] (aus ἀταλιώ, ἀταλός), 1) aufziehen, er nähren, pflegen, H. Ep. 7, 2; νέαν ψυχὴν ἀτάλλων βόσκου Soph. Ai. 566; ἐλπὶς ἀτάλλουσα καρδίαν, erquickend, Pind. frg. 223; – pass., heranwachsen, H. h. Merc. 400. – 2) (wie ein Kind) munter springen, aufspringen, ἄταλλε δὲ κήτε' ὑπ' αὐτοῦ πάντοθεν ἐκ κευθμῶν Iliad. 13, 27; Hes. O. 131, wo ατ.; Philostr. imagg. 2, 3.

Greek (Liddell-Scott)

ἀτάλλω: [ᾰ], μόνον κατ’ ἐνεστῶτα καὶ παρατ., σκιρτῶ, διασκιρτῶ εὐθύμως μετὰ παιδικῆς ζωηρότητος, χοροπηδῶ, ἄταλλε δὲ κήτε’ ὑπ’ αὐτοῦ Ἰλ. Ν. 27, Μόσχ. 2. 116. ΙΙ. ἐνεργ., ἀνατρέφω βρέφος, παιδίον, «μεγαλώνω», περιποιοῦμαι, ὡς τὸ ἀτιτάλλω, νήπιον αἰδοίης ἐπὶ γούνασι μητρὸς ἀτάλλων Ἐπιγράμμ. Ὁμ. 4. 2· νέαν ψυχὴν ἀτάλλων Σοφ. Αἴ. 559· μεταφ., ἐλπὶς ἀτάλλοισα καρδίαν Πινδ. Ἀποσπ. 233· ― Παθ. αὐξάνω, μεγαλώνω, Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 400: ― καὶ τὸ ἐνεργητ. δὲ κεῖται ἐπὶ τοιαύτης σημασίας ἀμεταβάτως, ἐτρέφετ’ ἀτάλλων [ᾱτ-] Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 130. ― Ἐπ. λέξις ἀπαντῶσα ἅπαξ παρὰ Πινδ. καὶ Σοφ. ― Ὁ Ἡσύχ. ἑρμηνεύει : «ἀτάλλει· τρέφει, τιθηνεῖ, σκιρτᾷ· χαίρει, φιλεῖ, ἀγαπᾷ».

French (Bailly abrégé)

1seul. prés. et impf.
sauter, bondir comme un enfant.
Étymologie: ἀταλός.
2seul. prés. et impf.
nourrir avec tendresse, caresser, acc..
Étymologie: cf. ἀτιτάλλω.

English (Autenrieth)

skip, gambol; κήτεα, Il. 13.27† (cf. Psalm 104, 26).

English (Slater)

ᾰτάλλω
   1 nurture γλυκεῖά οἱ καρδίαν ἀτάλλοισα γηροτρόφος συναορεῖ Ἐλπίς fr. 214. 2.

Spanish (DGE)

• Morfología: [sólo pres.]
I intr.
1 comportarse como una criatura, juguetear, retozar ἄταλλε δὲ κήτε' ὑπ' αὐτοῦ πάντοθεν Il.13.27, παῖς ... ἐτρέφετ' ἀτάλλων Hes.Op.131, τὰ δὲ ἀτάλλει ὑπὸ ταῖς μητράσι Philostr.Im.2.3.2, cf. Mosch.2.116, Hsch.
2 criarse, apacentarse τὰ χρήματ' ἀτάλλετο νυκτὸς ἐν ὥρῃ h.Merc.400, cf. Hsch.
II tr. criar tierna y cuidadosamente, hacer crecer νήπιον ... ἀτάλλων Ps.Hdt.Vit.Hom.14
fig. καρδίαν ἀτάλλοισα ... Ἐλπίς Pi.Fr.214, νέαν ψυχὴν ἀτάλλων S.Ai.559.

• Etimología: Denom. de ἀταλός q.u.

Greek Monolingual

ἀτάλλω (AM) αταλός
πηδώ με παιδική ζωηρότητα, χοροπηδώ
αρχ.
ανατρέφω ένα παιδί.

Greek Monotonic

ἀτάλλω: [ᾰ], μόνο σε ενεστ. και παρατ.:
I. πηδώ ανάλαφρα με παιδική ζωηρότητα, χοροπηδώ, σε Ομήρ. Ιλ.
II. Ενεργ., ανατρέφω ένα παιδί, μεγαλώνω, φροντίζω, όπως ἀτιτάλλω, σε Σοφ. — Παθ., αυξάνω, μεγαλώνω, σε Ομηρ. Ύμν.· Ενεργ. χρησιμ. επίσης από τον Ησίοδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀτάλλω:
I (ᾰτ, Hes. ᾱτ) резвиться, прыгать Hom.
II (ᾰτ)
1) взращивать, лелеять, холить (τινά и τι Hom., Pind., Soph.);
2) pass. находиться под охраной, храниться (τὰ χρήματ᾽ ἀτάλλετο HH).

Middle Liddell

ἀταλός only in pres. and imperf.]
I. to skip in childish glee, gambol, Il.
II. . Act. to bring up a child, rear, foster, like ἀτιτάλλω, Soph.:—Pass. to grow up, wax, Hhymn.; the Act. is so used by Hes.