Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀταλόψυχος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἀτᾰλόψῡχος Medium diacritics: ἀταλόψυχος Low diacritics: αταλόψυχος Capitals: ΑΤΑΛΟΨΥΧΟΣ
Transliteration A: atalópsychos Transliteration B: atalopsychos Transliteration C: atalopsychos Beta Code: a)talo/yuxos

English (LSJ)

ον,

   A soft-hearted, θηλύτεραι AP5.296 (Agath.).

Greek (Liddell-Scott)

ἀτᾰλόψῡχος: -ον, ἁπαλόψυχος, ὁ ἔχων τρυφερὰν ψυχήν, Ἀνθ. Π. 5. 297.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
à l’âme douce ou faible.
Étymologie: ἀταλός, ψυχή.

Spanish (DGE)

(ἀτᾰλόψῡχος) -ον

• Prosodia: [ᾰ-]
de tierno corazón θηλύτεραι AP 5.297 (Agath.).

Greek Monolingual

ἀταλόψυχος, -ον (Μ) αταλός
αυτός που έχει τρυφερή ψυχή, ευαίσθητος.

Greek Monotonic

ἀτᾰλόψῡχος: -ον (ψυχή), αυτός που έχει τρυφερή ψυχή, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ἀτᾰλόψῡχος: мягкосердечный (θηλύτεραι Anth.).

Middle Liddell

ψυχή
soft-hearted, Anth.