Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀφθόνητος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: ἀφθόνητος Medium diacritics: ἀφθόνητος Low diacritics: αφθόνητος Capitals: ΑΦΘΟΝΗΤΟΣ
Transliteration A: aphthónētos Transliteration B: aphthonētos Transliteration C: afthonitos Beta Code: a)fqo/nhtos

English (LSJ)

ον,

   A unenvied, A.Ag.939; beyond the reach of envy, αἶνος Pi.O.10(11).7.    II Act., bearing no grudge against, τινί ib. 13.25. Adv. -τως Eust.823.8.    2 bountiful, BGU984.27 (iv A.D.).

German (Pape)

[Seite 410] ohne Neid. Pind. Ol. 13, 24; – unbeneidet, = ἄφθονος, Pind., αἶνος Ol. 10, 7; Aesch. Ag. 913.

Greek (Liddell-Scott)

ἀφθόνητος: -ον, ὁ μὴ φθονούμενος, Πινδ. Ο. 10 (11) 7, Αἰσχύλ. Ἀγ. 939· αἶνος Πίνδ. Ο. 10. 7. ΙΙ. μὴ ἔχων φθόνον κατά τινος, ὁ μὴ νεμεσῶν τινι, ἀφθόνητος ἔπεσιν αὐτόθι 13. 35: - Ἐπίρρ. -τως Εὐστ. 823. 8.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
non envié.
Étymologie: ἀ, φθονέω.

English (Slater)

ἀφθόνητος
   a without envy ἀφθόνητος ἔπεσσιν γένοιο χρόνον ἅπαντα, Ζεῦ (O. 13.25)
   b unstinted ἀφθόνητος δ' αἶνος Ὀλυμπιονίκαις οὖτος ἄγκειται (O. 11.7)

Spanish (DGE)

-ον
I 1no envidiado ὁ δ' ἀ. γ' οὐκ ἐπίζηλος πέλει el no envidiado no es envidiable A.A.939, ἀ. δ' αἶνος Ὀλυμπιονίκαις οὗτος ἄγκειται esa gloria, no alcanzada por la envidia, corresponde a los vencedores en los Juegos Olímpicos Pi.O.11.7, de los israelitas en el desierto, Cyr.Al.M.77.844B.
2 no envidioso, generoso ἀ. ἔπεσσιν γένοιο ... Ζεῦ πάτερ Pi.O.13.25, cf. BGU 984.27 (IV d.C.).
II adv. -ως sin envidia εἰπεῖν ἀ. Eust.823.8.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀφθόνητος, -ον)
αυτός που δεν προκαλεί τον φθόνο των άλλων
αρχ.
αυτός που δεν φθονεί, ο μη φθονερός.

Greek Monotonic

ἀφθόνητος: -ον (φθονέω), μη φθονούμενος, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

ἀφθόνητος:
1) не завидующий, независтливый, т. е. благосклонный (τινι Pind.);
2) (ни в ком) не возбуждающий зависти, т. е. общепризнанный (αἶνος Pind.);
3) чья судьба незавидна (ὁ ἀ. οὐκ ἐπίζηλος πέλει Aesch.).

Middle Liddell

φθονέω
unenvied, Aesch.