Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀχάλκευτος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ἀχάλκευτος Medium diacritics: ἀχάλκευτος Low diacritics: αχάλκευτος Capitals: ΑΧΑΛΚΕΥΤΟΣ
Transliteration A: achálkeutos Transliteration B: achalkeutos Transliteration C: achalkeftos Beta Code: a)xa/lkeutos

English (LSJ)

ον,

   A not forged of metal, πέδαι A.Ch.493, Critias 20 D.; τρύπανα S.Fr.708.

German (Pape)

[Seite 417] nicht aus Erz geschmiedet, πέδαι Aesch. Ch. 486; τρύπανα Soph. frg. 640; ὅπλον Ael. N. A. 14, 23.

Greek (Liddell-Scott)

ἀχάλκευτος: -ον, ὁ μὴ κατασκευασθείς, σφυρηλατηθεὶς ἐκ μετάλλου, πέδαι Αἰσχύλ. Χό. 493, πρβλ. Σοφ. Ἀποσπ. 640.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
non forgé en airain.
Étymologie: ἀ, χαλκεύω.

Spanish (DGE)

-ον
no broncíneo πέδαι A.Ch.493, S.Fr.158, E.Fr.595, Critias B 20, Orph.H.85.4, τρύπανα S.Fr.708, ὅπλον Ael.NA 14.23.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀχάλκευτος, -ον)
νεοελλ.
(για σκευωρία) που δεν χαλκεύθηκε ή δεν εξυφάνθηκε εναντίον κάποιου
αρχ.
αυτός που δεν χαλκεύθηκε, που δεν κατασκευάστηκε από κατεργασμένο χαλκό.

Greek Monotonic

ἀχάλκευτος: -ον (χαλκεύω), αυτός που δεν έχει σφυρηλατηθεί από μέταλλο, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

ἀχάλκευτος: выкованный не из меди (πέδαι Aesch., Eur.; τρύπανα Soph.).

Middle Liddell

χαλκεύω
not forged of metal, Aesch.