Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀχέω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἀχέω Medium diacritics: ἀχέω Low diacritics: αχέω Capitals: ΑΧΕΩ
Transliteration A: achéō Transliteration B: acheō Transliteration C: acheo Beta Code: a)xe/w

English (LSJ)

(B) [ᾰ], poet. form for ἰᾰχέω,

   A utter, h.Cer.479, prob.l. in h.Hom.19.18; ἣν ἄτην ἀχέων Hes.Sc.93 codd.; ὕμνον ἀχέων lon Trag.39: fut. ἀχήσεται Trag.Adesp.237.
ἀχέω (C) [ᾱ], Dor. for ἠχέω (q. v.).

German (Pape)

[Seite 418] alte poet. Form für ἠχέω, tönen, ertönen lassen, H. h. Cer. 479; Pan. 18. Vgl. Buttm. Lexil. II p. 117, der auch H. h. Ven 253 ἀχήσομαι schreibt.

Greek (Liddell-Scott)

ἀχέω: [ᾰ], παλαιὸς ποιητ. τύπος τοῦ ἰᾰχέω, Ὕμν. Ὀμ. εἰς Δήμ. 429, Εὐρ. Φοίν. 1523. Πρβλ. Βουττμ. Λεξίλογ. ἐν λέξει.

French (Bailly abrégé)

3-ῶ :
dor. c. ἠχέω.

English (Autenrieth)

= ἀχεύω, only part., ἀχέων, ἀχέουσα.

English (Slater)

ᾱχέω
   1 cry ἀχεῖ τ' ὀμφαὶ μελέων σὺν αὐλοῖς (codex unus Dion. Hal.: ἀχεῖται, οἰχνεῖτ rell.) fr. 75. 18.

Spanish (DGE)

• Prosodia: [ᾰ-]
hacer resonar, nombrar en el canto, cantar ὄργια h.Cer.479, Λύδιον ὕμνον Io Trag.39, μελίγηρυν ἀοιδήν h.Hom.19.18; cf. ἠχέω.

• Prosodia: [ᾰ-]

• Morfología: sólo part. pres., v. ἀχεύω y ἄχητι
estar angustiado, disgustado, dolido c. ac. de rel. κῆρ ἀχέων Il.5.399, o giro prep. ἀχέουσα <περὶ> φρεσίν Q.S.14.51, c. gen. de causa τῆς (Βρισηΐδος) ... ἀχέων Il.2.694, c. prep. y dat. ἐπὶ σφετέροις ἀχέουσα παισί A.R.3.643, c. ac. int. αἴν' ἀχέουσα Nic.Fr.108, Opp.H.5.556
abs. ἀχέουσά περ ἔμπης Od.15.361.

• Etimología: v. ἄχνυμαι.

Greek Monolingual

(I)
ἀχέω και ἀχεύω (παθ. ἄχομαι, ἄχνυμαι, ἀκαχίζομαι) (Α)
Ι. 1. στενάζω, θρηνώ
2. στενοχωριέμαι, λυπάμαι
3. λυπώ, δυσαρεστώ, στενοχωρώ
II. παθ.
1. λυπάμαι για κάτι
2. θρηνώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Οι λέξεις αυτές αποτελούν μία εκφραστική ομάδα, της οποίας η ετυμολ. είναι αβέβαιη. Πιο συχνός είναι ο τ. άχνυμαι, ο οποίος απαντά κυρίως στη μτχ. αχνύμενος και δεν είναι γνωστό αν πρόκειται για αρχαίο τ. ή για νεωτερισμό της Ελληνικής. Ο τ. άχομαι είναι πιθ. υστερογενής και απαντά σε δύο χωρία της Οδύσσειας. Τέλος, ο ενεργ. ενεστώτας αχεύω, κυρίως στη μτχ. αχεύων, ερμηνεύεται ως κατάλοιπο ενός αθεμάτου ενεστώτα χωρίς έρρινο πρόσφυμα άχευμι, ενώ η μτχ. αχέων του αχέω πρέπει να συνδέεται με το άχος (πρβλ. κρατέων-κράτος). Η υπόθεση ότι ο τ. αχεύων, επειδή εμφανίζεται πάντα στο τέλος στίχου (έναντι του αχέων, που απαντά στο μέσον του στίχου), προήλθε από μετρικούς λόγους, είναι αναπόδεικτη (βλ. και λ. ακαχίζω). Το ουδ. άχος, αρχαίο ρηματικό όνομα, έχει μία ακριβή μορφολογική, αλλά όχι και σημασιολογική, αντιστοιχία με γοτθ. -agiς, αγγλοσαξ. ege «φόβος». Με αυτά τα ονόματα καθώς και με το άχομαι συνδέεται η μτχ. θεματικού ρ. γοτθ. un-agands «άφοβος», όπως και ο αόριστος -ενεστώτας γοτθ. ōg «φοβάμαι» και το αρχ. ιρλ. ad-āgor «φοβάμαι» (με ινδοευρ. ή ō].
(II)
ἀχέω (Α)
βγάζω ιαχή, φωνάζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ποιητ. τ. του ιαχέω (-ώ), υστερογενής ενεστώτας του ιάχω, που σχηματίστηκε κατά τα ρήματα σε -έω, τα δηλωτικά θορύβου
πρβλ. ηχέω(-ώ) κ.ά.].
(III)
ἀχέω (δωρ. τ.) (Α)
ηχέω. ηχώ.

Greek Monotonic

ἀχέω: [ᾱ], Δωρ. αντί ἠχέω.
ἀχέω: [ᾰ], αρχ. τύπος αντί ἰᾰχέω, σε Ομηρ. Ύμν., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἀχέω:
I (ᾰ) HH, Eur. v. l. = ιαχέω.
II (ᾱ) дор. = ἠχέω.

Middle Liddell

2 [old form for ἰαχέω, Hhymn., Eur.]