Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀχαΐνης

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἀχαΐνης Medium diacritics: ἀχαΐνης Low diacritics: αχαΐνης Capitals: ΑΧΑΪΝΗΣ
Transliteration A: achaḯnēs Transliteration B: achainēs Transliteration C: achainis Beta Code: a)xai/+nhs

English (LSJ)

[ῑ] ἔλαφος

   A brocket, two-year stag, Arist.HA611b18: gen. ἀχαιΐνεω AP6.165 (Phal.):—also fem. ἀχαΐνη Arist.HA506a24; also ἀχαιΐνη deer, Babr.95.87; poet. ἀχαιϊνέη A.R.4.175, Opp.C.2.426.

Greek (Liddell-Scott)

ἀχαΐνης: ἔλαφος [ῑ], ὁ, διετὴς ἔλαφος, ἕνεκα τῶν εἰς ὀξὺ ληγόντων κεράτων αὐτῆς (ἀκίδες, πρβλ. ἀκαχμένος), Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 9. 5, 8· ὡσαύτως καὶ θηλ. ἀχαΐνη, αὐτόθι 2. 15, 9· ἐν γένει ἔλαφος, Βαβρ. 95.87· ― ὁ ποιητ. τύπος ἀχαιινέη παρ’ Ἀπολλ. Ροδ. Δ. 175, Ὀππ. Κ. 2. 426 (ὁ Sundeval θεωρεῖ τὴν λέξιν = ἀχαιικός).

Spanish (DGE)

-ου

• Alolema(s): ἀχαιΐνης AP 6.165 (Phal.), Babr.43.1, Hsch.

• Morfología: [gen. ἀχαιϊνέω AP l.c.]
zool. ciervo de una especie mal definida ἔλαφος Arist.HA 611b18, AP l.c., Babr.l.c., Hsch.

Greek Monolingual

ἀχαΐνης, ο (θηλ. ἀχαΐνη και ἀχαιΐνη και ἀχαιϊνέη, η)
ελάφι δύο ετών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για τεχνικό όρο άγνωστης προελεύσεως. Θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί παράγωγο της λ. Αχαΐα, αν ληφθεί υπ' όψιν ότι το είδος αυτό θα ήταν συχνό στην περιοχή].

Greek Monotonic

ἀχαΐνης: [ῐ], ὁ (ἀκίς), αυτός που έχει αιχμηρές άκρες στα κέρατά του, λέγεται για το ελάφι, σε Βάβρ.

Frisk Etymological English

-ου
Grammatical information: m.
Meaning: brocket, two-year stag; (Arist.).
Other forms: ἀχαΐνη f., also ἀχαιΐνη, ἀχαιινέη deer (Arist.).
Derivatives: ἀχαιινέη f. hide of brocket (A. R.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The word has been derived from Ἀχαί̈α, the region from where the animal would come; Keller, Thiere 1, 350; Thiere d. klass. Altertums 77, 79, 91. Brands, Griekse diernamen 81 recalls EM, sch. A.R. 4, 175, which derives it from a town Ἀχαιινέα in Crete. Speculative vW.

Frisk Etymology German

ἀχαΐνης: {akhaḯnēs}
Forms: ἀχαΐνη f., auch ἀχαιΐνη Reh (Arist., Babr. u. a.).
Grammar: m.
Meaning: Hirsch im zweiten Lebensjahre, Spießer;
Derivative: Ableitung ἀχαιινέη f. ‘Hirsch- od. Rehfell’ (A. R., Opp.).
Etymology : Unerklärt.
Page 1,198