Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀψευδής

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀψευδής Medium diacritics: ἀψευδής Low diacritics: αψευδής Capitals: ΑΨΕΥΔΗΣ
Transliteration A: apseudḗs Transliteration B: apseudēs Transliteration C: apsevdis Beta Code: a)yeudh/s

English (LSJ)

ές,

   A without deceit, truthful, esp. of oracles and the like, Hes.Th.233, Hdt.1.49, 2.152 (Sup.), al.; μάντις ἀ., of Apollo, A.Ch.559, cf. Fr.350.5, Cratin.29 D. (Sup.); θεός Ep.Tit.1.2; ἀψευδεῖ τέχνῃ, of augury, A.Th.26; ἦθος E.Supp.869; unerring, Pl. Tht.160d, etc.; μάρτυς -έστατος Ph.2.341.    2 of things, uncorrupt, pure from all deceit, ἀ. πρὸς ἄκμονι χάλκευε γλῶσσαν Pi.P.1.86.    3 ἀψευδής, = κώνειον, Ps.-Dsc.4.78.    II Adv. -δέως, Att.-δῶς, really and truly, οἱ ἀ. ἄριστοι Hdt.9.58, cf. Ph.1.19, al., Iamb.Myst.2.2: Sup.-έστατα, ἐρεῖν Ph.1.34.

German (Pape)

[Seite 421] ές, nicht lügend, truglos, neben ἀληθής, vom Nereus, Hes. Th. 233; ἄκμων Pind. P. 1, 86, in Beziehung auf die Zunge; θεός Eur. Or. 364; μαντεῖον Her. 1, 49; öfter bei Plat.; sich nicht irrend, καὶ μὴ πταίων τῇ διανοίᾳ Theaet. 160 d.

Greek (Liddell-Scott)

ἀψευδής: -ές, ὁ μὴ ψευδόμενος, ἀληθής, εἰλικρινής, ἀξιόπιστος, κυρίως ἐπὶ χρησμῶν καὶ τῶν ὁμοίων, Ἡσ. Θ. 233, Ἡρόδ. 1. 49., 2. 152, κ. ἄλλ. μάντις ἀψ., περὶ τοῦ Ἀπόλλωνος, Αἰσχύλ. Χο. 559, πρβλ. Ἀποσπ. 181, 5· ἀψευδεῖ τέχνῃ, ἐπὶ τῆς μαντικῆς, οἰωνοσκοπικῆς, ὁ αὐτ. Θήβ. 26· ἦθος Εὐρ. Ἱκ. 869· ὁ μὴ σφαλλόμενος, Πλάτ. Θεαίτ. 160D, κτλ.: - (παρ’ Ὁμ. μόνον ὡς κύρ. ὄνομα). 2) ἐπὶ πραγμάτων, ἀδιάφθορος, μὴ ἀπατηλός, ἀψευδεῖ δὲ πρὸς ἄκμονι χάλκευε γλῶσσαν, «ὅ ἐστι, φιλαλήθης ἔσο, ἤτοι ἀλήθευε» (Σχολ.), Πίνδ. Π. 1. 166. ΙΙ. Ἐπίρρ. -δέως, Ἀττ. -δῶς, κατ’ ἀλήθειαν, πράγματι, πρὸς τοὺς ἀψευδέως ἀρίστους Ἡρόδ. 9. 58.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
qui ne ment pas, véridique, vrai ; ἀψευδὴς τέχνη ESCHL la science qui ne trompe pas, càd la science des devins;
Cp. ἀψευδέστερος.
Étymologie: ἀ, ψεῦδος.

English (Slater)

ἀψευδής
   1 true, of truth ἀψευδεῖ δὲ πρὸς ἄκμονι χάλκευε γλῶσσαν (P. 1.86) ]ἀψευδ[ P. Oxy. fr. 2442. fr. 41A.

English (Strong)

from Α (as a negative particle) and ψεῦδος; veracious: that cannot lie.

English (Thayer)

ἀψευδες (ψεῦδος), without lie, truthful: Hesiod theog. 233down.)

Greek Monolingual

-ές (AM ἀψευδής, -ές)
1. ειλικρινής, φιλαλήθης
2. αληθινός, πραγματικός, αναμφισβήτητος
μσν.
1. (με παράλειψη του ουσ.) ὁ Ἀψευδής
ο Χριστός
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἀψευδές
α) η αλήθεια
β) η αξιοπιστία
αρχ.
αλάνθαστος, ακριβής.

Greek Monotonic

ἀψευδής: -ές (ψεῦδος), αυτός που δεν χρησιμοποιεί ψέμματα ή δόλο, ειλικρινής, ευθύς, πιστός, σε Ησίοδ., Ηρόδ. κ.λπ.· επίρρ. -δέως, σε Αττ.· -δῶς, αληθινά και πραγματικά, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀψευδής:
1) не лгущий, говорящий правду, правдивый Pind., Hes., Aesch. Eur.;
2) истинный, подлинный (κάλλος Plut.);
3) не ошибающийся, безошибочный (ἀ. καὶ μὴ πταίων τῇ διανοίᾳ Plat.).

Middle Liddell

ψεῦδος
without lie and deceit, truthful, sincere, trusty, Hes., Hdt., etc.:—adv. -δέως, attic -δῶς, really and truly, Hdt.

Chinese

原文音譯:¢yeud»j 阿-普修得士
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:不-假
字義溯源:誠實的,沒有虛假,無謊言的;由(α / ἄλφα)= (ἄνευ)*=不)與(ψεῦδος)=虛謊)組成;而 (ψεῦδος)出自(ψεύδομαι)*=撒謊)
出現次數:總共(1);多(1)
譯字彙編
1) 無謊言的(1) 多1:2