Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀωρόλειος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἀωρόλειος Medium diacritics: ἀωρόλειος Low diacritics: αωρόλειος Capitals: ΑΩΡΟΛΕΙΟΣ
Transliteration A: aōróleios Transliteration B: aōroleios Transliteration C: aoroleios Beta Code: a)wro/leios

English (LSJ)

ον,

   A unnaturally smooth, esp. men who by pulling out their beards tried to make themselves look young, Cratin.10; of a youth, beardless, Ael.NA13.27.

German (Pape)

[Seite 422] zur Unzeit glatt, d. h. der sich durch Ausreißen der Haare Gesicht u. Leib glatt gemacht hat, B. A. p. 476 ὁ παρὰ τὴν ὥραν καὶ τὴν ηλικίαν λειαινόμενος; Cratin. bei Hephaest. p. 88; von einem μειράκιον Ael. H. A. 13, 27.

Greek (Liddell-Scott)

ἀωρόλειος: -ον, παρὰ φύσιν λεῖος, κυρίως ἐπὶ ἀνδρῶν, οἵτινες τίλλοντες τὰς τρίχας τοῦ προσώπου αὑτῶν προσπαθοῦσι νὰ φαίνονται νέοι, Κρατῖνος ἐν «Ἀρχιλόχοις» 9· ἐπὶ νεανίου, ἀγένειος, Αἰλ. π. Ζ. 13. 27.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui reste imberbe après l’âge.
Étymologie: ἄωρος, λεῖος.

Spanish (DGE)

-ον
lampiño a destiempo ref. a un viejo que quiere parecer más joven, Cratin.11, o a un joven que no quiere parecer mayor αἷμα ἐπιχρισθὲν θύννου ἀωρόλειον τὸ μειράκιον ἀπεργάζεται Ael.NA 13.27.

Greek Monolingual

ἀωρόλειος, -ον (Α)
1. αφύσικα λείος, άτριχος (κυρίως για άντρες που έκαναν αποτρίχωση)
2. χωρίς γένεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < άωρος (Ι) «άκαιρος, παράκαιρος» + λείος].