Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄγκος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ἄγκος Medium diacritics: ἄγκος Low diacritics: άγκος Capitals: ΑΓΚΟΣ
Transliteration A: ánkos Transliteration B: ankos Transliteration C: agkos Beta Code: a)/gkos

English (LSJ)

εος, τό, properly,

   A bend, hollow: hence, mountain glen, Il. 20.490, Od.4.337, Hes.Op.389, Hdt.6.74, Theoc.8.33, etc.; Trag. only E.Ba.1051. (Cf. Skt. άνξατι 'bend', Lat. ancus, uncus, etc.)

German (Pape)

[Seite 15] εος, τό, Thal, als Vertiefung zwischen zwei Bergen (vgl. ἄγγος, ἀγκών, ἀγκοίνη), Hom., ποιήεντα Od. 4, 337. 17, 128, βαθέα Il. 20, 490; Eur. ἀμφίκρημνον Bacch. 1049; Xen. verb. es mit μυχοὶ τῶν ὀρέων An. 4, 1, 7.

Greek (Liddell-Scott)

ἄγκος: -εος, τό, κυρίως καμπύλον τι ἢ κοῖλον, ὅθεν ὀρεινὴ φάραγξ, κοιλάς, Ἰλ. Υ. 490, Ὀδ. Δ. 337, Ἡσ. Ἔργ. καὶ Ἡμ. 387, Ἡρόδ. 6, 74, κτλ. Παρὰ τραγ. μόνον ἐν Εὐρ. Βάκχ. 1051. (ἐκ √ΑΓΚ παράγονται ὡσαύτως αἱ λέξεις ἀγκή, ἀγκάλη, ἀγκών, ἀγκοίνη, ἀγκύλη, ἄγκιστρον, ἄγκυρα, ὄγκος· πρβλ. Σανσκρ. ak, añkhâmi (curvo) κάμπτω ankas (Sinus) κόλπος, καμπή, Λατ. ancus, uncus, angulus, ungulus. Γοτθ. hals-agga (αὐχήν). Ἀρχ. Ἄν. Γερμ. angul κτλ.).

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
vallée, vallon.
Étymologie: R. Ἀγκ, v. ἀγκών.

English (Autenrieth)

only pl. ἄγκεα: winding vales, gorges.

Greek Monotonic

ἄγκος: -εος, τό, κάτι που παρουσιάζει κλίση ή καμπή· κατ' επέκταση, ορεινή χαράδρα, φαράγγι, κοιλάδα, σε Όμηρ., Ηρόδ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἄγκος: εος τό впадина, долина, лощина; ущелье Hom., Hes., Her., Eur.: ἐν τοῖς ἄγκεσι τῶν ὀρέων Xen. в горных ущельях.

Middle Liddell


a bend: hence a mountain glen, dell, valley, Hom., Hdt., Eur.