Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄελλα

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἄελλα Medium diacritics: ἄελλα Low diacritics: άελλα Capitals: ΑΕΛΛΑ
Transliteration A: áella Transliteration B: aella Transliteration C: aella Beta Code: a)/ella

English (LSJ)

Ep. ἀέλλη, ης, Aeol. αὔελλα Alc.125 (αὐεοῦλλαι cod. Hsch.), ἡ, A stormy wind, whirlwind, ἀργαλέων ἀνέμων ἀτάλαντοι ἀέλλῃ Il.13.795; ἄελλαι παντοίων ἀνέμων Od.5.292,304; of dust, ὕψι δ' ἀέλλη σκίδνατο Il.16.374, cf. 13.334; in late Prose, Olymp. in Mete.13.18. 2 metaph., of any whirling motion, ὠκυδρόμοις ἀ., of an animal, E.Ba.873; ἄστρων ὑπ' ἀέλλαισι Id.Hel.1498.—Cf. ἀείλη.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 41] ἡ (ἄημι), Wind, Sturm, ὕψι δ' ἄελλα σκί. δναθ' ὑπὸ νεφέων Iliad. 16, 374, ὅν περ ἄελλαι χειμέριαι εἰλέωσιν 2, 293, τοὺς δ' οὐκ ἐθέλοντας ἄελλαι πόντον ἐπ' ἰχθυόεντα φέρουσιν 19, 377, ἐπισπέρχουσι δ' ἄελλαι παντοίων ἀνέμων Od. 5, 304, ὑπεραέι ἶσος ἀέλλῃ Iliad. 11, 297, ἐμάρνατο ἶσος ἀέλλῃ 12, 40, ἴσαν ἀργαλέων ἀνέμων ἀτάλαντοι ἀέλλῃ 13, 795; – Eur. λαμπρῶν ἄστρων, Umschwung, Hel. 1514.

Greek (Liddell-Scott)

ἄελλα: Ἐπ. ἀέλλη, ης, ἡ, = θυελλώδης ἄνεμος· ἀνεμοστρόβιλος. Συχν. παρ’ Ὁμήρ. καὶ οὐχὶ σπαν. κατὰ πληθυν. ἀργαλέων ἀνέμων... ἀέλλῃ, Ἰλ. Ν. 795., ἄελλαι παντοίων ἀνέμων, Ὀδ. Ε. 292, 304· ὕψι δ’ ἄελλα σκίδναθ’ (ὅ ἐ. ἀελλώδης κονιορτός), Ἰλ. Π. 374. 2) μεταφ. ἐπὶ πάσης στροβιλοειδοῦς κινήσεως: ὠκυδρόμοις ἀ., ἐπὶ ζῴου: Εὐρ. Βάκ. 873· ἄστρων ὑπ’ ἀέλλαισιν, ὁ αὐτ. Ἑλ. 1498· ἐν χρήσει παρὰ Σοφοκλεῖ καὶ ἐν παραγώγοις καὶ συνθέτοις· (ἴδε κατωτέρω)· ἀλλ’ ἡ λέξις εἶναι κυρίως Ἐπικὴ (περὶ τῆς ῥίζης, ἴδε λέξ. εἴλω).

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
tempête de vent, ouragan.
Étymologie: ἄημι.

English (Autenrieth)

(ἄϝημι): gust of wind, blast, squall; of a whirlwind, Il. 16.374.

Greek Monotonic

ἄελλα: Επικ. ἀέλλη, -ης, (εἴλω),
1. θυελλώδης άνεμος, ανεμοστρόβιλος, σε Όμηρ.· ἄελλαι ἀνέμων, στον ίδ.
2. μεταφ. λέγεται για κάθε περιστροφική, στροβιλοειδή κίνηση, ὠκυδρόμοις ἀέλλαις, λέγεται για ζώο, σε Ευρ.· ἄστρων ὑπ' ἀέλλαισιν, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἄελλα: эп.-ион. ἀέλλη
1) вихрь, буря, ураган Hom., Plut.: ἄελλαι παντοίων ἀνέμων Hom. вихри со всех концов света;
2) быстрое кружение, вращение (ἄστρων Eur.): ὠκυδρόμοις ἀέλλαις θρώσκειν Eur. (о молодом олене) кружиться бешеными прыжками.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: stormwind (Il).
Other forms: ἀέλλη Π 374
Dialectal forms: Aeol. αὔελλα
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [82] *h₂uel-
Etymology: Cf. θύελλα. Derivation fron the root of ἄημι, *h₂ueh₁-, is impossible. W. awel f. wind requires *h₂eu-el-, from which the Greek form can also be derived: *ἀϜελ-ι̯α. (ἀείλη πνοή H. does not fit in.)
See also: ἀέτμον

Middle Liddell

εἴλω
1. a stormy wind, whirlwind, eddy, Hom.; ἄελλαι ἀνέμων Hom.
2. metaph. of any whirling motion, ὠκυδρόμοις ἀέλλαις, of an animal, Eur.; ἄστρων ὑπ' ἀέλλαισι Eur.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ἄελλα -ης, ἡ, ep. ἀέλλη [~ ἄημι
1. windvlaag, wervelwind:; πάσας δ ’ ὀρόθυνεν ἀέλλας παντοίων ἀνέμων hij wekte alle vlagen op van verschillende winden Od. 5.292; ook stofwolk :. ὕψι δ ’ ἀέλλη σκίδναθ ’ ὑπὸ νεφέων en een stofwolk verspreidde zich hoog onder de wolken Il. 16.374.
2. uitbr. werveling, van het rennen van een dier; Eur. Ba. 873; van de bewegingen van de sterren in hun baan. Eur. Hel. 1498.

Frisk Etymology German

ἄελλα: ep. ἀέλλη, äol. αὔελλα
{áella}
Meaning: Sturmwind.
Derivative: Ableitungen: Ἀελλώ, -οῦς f. N. einer Harpyie (Hes.); ἀελλαῖος, ferner auch ἀελλάς sturmschnell (S.), ἀελλήεις (Nonn.), ἀελλώδης (Sch. Il.). Hierher ferner der Vogelname ἀελλός (H.) und ἄελλον· ταχύ EM; zu bemerken auch ἀελλής (κονίσαλος Γ 13), vielleicht nach ἄελλα aus ἀολλής umgebildet. Retrogrades Verb: ἀέλλεται· πνεῖ EM.
Etymology : Bildung wie θύελλα von ἄημι (vgl. ἀετμός), zunächst zu einer l-Ableitung, die auch im Keltischen belegt ist: kymr. awel f. Wind, Hauch u. a. Grundform also *ἀϝελι̯α bzw. -ι̯α, vgl. ἀείλη· πνοή H.
Page 1,24-25