Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄκαμπτος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ἄκαμπτος Medium diacritics: ἄκαμπτος Low diacritics: άκαμπτος Capitals: ΑΚΑΜΠΤΟΣ
Transliteration A: ákamptos Transliteration B: akamptos Transliteration C: akamptos Beta Code: a)/kamptos

English (LSJ)

ον,

   A unbent, rigid, Hp.Fract.2 (Sup.), Pl.Ti.74b (Comp.), etc.; τὸ ἄ. the part that will not bend, Arist.HA493b29.    2 metaph., unbending, unflinching, βουλαί Pi.P.4.72; ψυχὰν ἄ. Id.I. 4(3).53; ἀ. μένει A.Ch.455 (lyr.); τὸ πρὸς τοὺς πόνους, τὸ εἰς ἐπιείκειαν ἄ., Plu.Lyc.11, Cat.Mi.4.    3 from which there is no return, χῶρος ἐνέρων AP7.467 (Antip.); τρίβος IG12(7).449 (Amorgos).

German (Pape)

[Seite 68] ungebeugt, unbiegsam, Hippocr. und Sp.; übertr., Pind. ἄκαμπτος ψυχάν I. 3, 71; βουλαί P. 4, 72; μένος Aesch. Ch. 448; θεῶν φρήν Eur. Hipp. 1258; χῶρος ἐνέρων ἄκ. Ant. Sid. 110 (VII, 467), von wo keiner zurückkehrt; Plut. τὸ ἄκ., Standhaftigkeit, πρὸς τοὺς πόνους Lyc. 11; vgl. Mar. 4 Them. 10. Den comp. ἀκαμπτότερος hat Plat. Tim. 74 b.

Greek (Liddell-Scott)

ἄκαμπτος: -ον, = ὁ μὴ καμφθείς, ἀλύγιστος, ὃν δὲν δύναταί τις νὰ κάμψῃ, Ἱππ. περὶ Ἀγμ. 751, Πλάτ. Τίμ. 74Β· (ἐν τῷ συγκ.) κτλ.· ἄκ. χῶρος ἐνέρων, τὸ τοῦ Οὐεργιλίου irremeabilis, Ἀνθ. Π. 7. 467· εἰς ἄκ. ᾠχόμην τρίβον, Ἐπιγρ. Ἑλλ. 193· τὸ ἄκ., τὸ μὴ καμπτόμενον μέρος, Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 1. 15, 3. 2) μεταφ., ὁ μὴ καμπτόμενος, μὴ ὑποχωρῶν, βουλαί, Πινδ. Π. 4, 128· ψυχὰν ἄκαμπτος, ὁ αὐτ. Ι. 4, 89 (3. 71)· ἀκάμπτῳ μένει, Αἰσχύλ. Χο. 455· τὸ πρὸς τοὺς πόνους, τὸ πρὸς ἐπιείκειαν ἄκαμπτον, Πλουτ. Λυκ. 11, Κάτ. Νεώτ. 4.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 qui ne plie pas ; qui reste ferme, qui résiste : πρός τι PLUT à qch;
2 inflexible.
Étymologie: ἀ, κάμπτω.

English (Slater)

ᾰκαμπτος
   1 unflinching, inflexible μορφὰν βραχύς, ψυχὰν δ' ἄκαμπτος, προσπαλαίσων ἦλθ ἀνὴρ (I. 4.53) [βουλαῖς ἀκάμπτοις (Hermann: ἀκνάμπτοις, ἀκάμποις codd.) (P. 4.72) ].

Spanish (DGE)

-ον
I 1rígido, imposible de doblar, inflexible Hp.Fract.2, Pl.Ti.74b, (χαλινός) X.Eq.10.9, τὸ ἄ. (δακτύλου) la parte rígida (la falange), Arist.HA 493b29
esp. fig. rígido, inflexible ἄ. μένει A.Ch.455, θεῶν φρήν E.Hipp.1268, c. ac. de rel. ψυχὰν δ' ἄκαμπτος Pi.I.3/4.71b, τὸ πρὸς τοὺς πόνους ἄ. Plu.Lyc.11, εἰς ἐπιεικείαν ἄ. Plu.Cat.Mi.4.
2 que no tiene retorno, sin retorno ἄκαμπτος ἐδύσετο νειόθι γαίης A.R.1.63, χῶρος AP 7.467 (Antip.Sid.), τρίβος IG 12(7).449 (Amorgos II a.C.).
II adv. -ως inflexible, tenazmente Sch.Pl.Grg.492d
irreparablemente ἄ. ἐξέδωκεν ἑαυτὸν τῇ ἀνομίᾳ Thdt.M.80.1121A.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἄκαμπτος, -ον) καμπτός
1. εκείνος που δεν κάμπτεται, δεν λυγίζει ή δεν έχει λυγίσει
«ἄκαμπτος κλάδος»
2. μτφ. όποιος δεν υποχωρεί, ανένδοτος
«άκαμπτη αποφασιστικότητα»
«ἄκαμπτοι βουλαὶ» (Πίνδ. Πυθ. 4, 72)
3. μτφ. αυτός που δεν υποχωρεί σε καλοπιάσματα, κολακείες ή πιέσεις
«άκαμπτος δικαστής»
αρχ.
απ’ όπου δεν υπάρχει γυρισμός
«... ἄκαμπτον,... ἀνόστητον χῶρον... ἐνέρων» (Αντίπατρος, Ανθ. Παλ. 7.467).

Greek Monotonic

ἄκαμπτος: -ον (κάμπτω), αλύγιστος, αυτός που δεν κάμπτεται, ανελαστικός, σε Πλάτ.· μεταφ., αλύγιστος, σκληρός, ανυποχώρητος, αμετακίνητος στις απόψεις του, αμείλικτος, σε Πίνδ.· ψυχὰν ἄκαμπτος, στον ίδ.· ἀκάμπτῳ μένει, σε Αισχύλ.· ἄκαμπτον, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

ἄκαμπτος:
1) негнущийся, негибкий (ἡ ὀστεΐνη φύσις Plat.);
2) перен. несгибаемый, непреклонный, стойкий (βουλαί Pind.; μένος Aesch.; φρήν Eur.; ἄ. ἐν νοσήμασι καὶ παθήμασιν Plut.): ἄ. πρὸς φόβον Plut. бесстрашный; ἄ. χῶρος ἐνέρων Anth. подземный мир, откуда нет возврата.

Middle Liddell

κάμπτω
unbent, that will not bend, rigid, Plat.:—metaph. unbending, unflinching, inexorable, Pind.; ψυχὰν ἄκαμπτος Pind.; ἀκάμπτωι μένει Aesch.; ἄκαμπτον Plut.