Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄλκιμος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἄλκῐμος Medium diacritics: ἄλκιμος Low diacritics: άλκιμος Capitals: ΑΛΚΙΜΟΣ
Transliteration A: álkimos Transliteration B: alkimos Transliteration C: alkimos Beta Code: a)/lkimos

English (LSJ)

ον, also η, ον S.Aj.401: (ἀλκή):—

   A stout, brave, of men and things, Τρῶες, ἔγχος, δοῦρε, Il.11.483, 3.338, Od.22.125; ἦτορ Callin. 1.10; θυμός Tyrt.10.17; νέκυς Pi.Pae.6.98; δράκων Epich.60: Comp. -ώτερος Hdt.1.79,103, Arist.HA607a11, etc.: Sup. -ώτατος E.Ph. 743, Plb.6.5.9; ἄ. τὰ πολεμικά Hdt.3.4; ἐς ἀλκὴν ἄλκιμα ib. 110; ἄ. μάχη E.Heracl.683:—prov., πάλαι ποτ' ἦσαν ἄλκιμοι Μιλήσιοι `times are changed', Anacr.85, Ar.Pl.1002, Philostr.VS1.22.4:—less common in Prose, Pl.R.614b (with play on Ἀλκίνου), Arist.HA 628b6.    II fortifying, ὕδωρ Plu.2.669b s.v.l.; giving succour, PMag.Leid.W.14.10.

German (Pape)

[Seite 100] ον, das fem. Soph. ἁ Διὸς ἀλκίμα θεός Ai. 395 ch., stark, muthig, Hom. oft, Τρῶες Il. 11, 483, ἀνήρ 17, 177 u. sonst; ἄλκιμον ἦτορ Herzhaftigkeit 5, 529; Iliad. 15, 570 οὔ τις σεῖο νεώτερος ἄλλος Ἀχαιῶν, οὔτε ποσὶν θάσσων οὔτ' ἄλκιμος ὡς σὺ μάχεσθαι; Od. 10, 553 οὔτε τι λίην ἄλκιμος ἐν πολέμῳ οὔτε φρεσὶν ᾗσιν ἀρηρώς; Od. 22, 232 ὀλοφύρεαι ἄλκιμος εἶναι; auch von den Waffen, z. B. ἔγχος Iliad. 3, 338, δοῦρε 11, 43; – ἦτορ ἄλκιμον Pind. N. 8, 24; Διὸς ἄλκιμος υἱός Ol. 11, 46; vgl. Hes. Sc. 320 Th. 26; Soph. Tr. 952; Theocr. 25, 42; μάχη ἄλκιμος Eur. Heracl. 678; ἄλκιμοι ἐν μάχῃ, ἐν χοροῖς Ar. Vesp. 1080; λέοντες Philem. Stob. Floril. 2, 27. Auch in Prosa, Her. oft von Völkern, auch compar. ἀλκιμώτερος τῶν προγόνων 1, 103; ἄλκιμος τὰ πολέμια, zum Kriege tüchtig, streitbar, 3, 4; θηρία εἰς ἀλκὴν ἄλκιμα 3, 110; ἄλκιμοι πρὸς τοὺς ἐναντίους Xen. Cyr. 1, 4, 22, ἀλκιμωτέρους Mem. 3, 5, 3. Sprichwörtlich πάλαι ποτ' ἦσαν ἄλκιμοι Μιλήσιοι, von alter vergangener Herrlichkeit, Ar. Pl. 1002. 1075.

Greek (Liddell-Scott)

ἄλκῐμος: -ον, καὶ η, ον, Σοφ. Αἴ. 401: ― ἰσχυρός, ῥωμαλέος, γενναῖος, ἐπὶ προσώπων καὶ πραγμάτων· Τρῶες, ἔγχος, δοῦρε, Ἰλ. Λ. 483. Γ. 338, Ὀδ. Χ. 125, κτλ.· οὕτω κατὰ συγκριτ. -ώτερος, Ἡρόδ. 1. 79, 103. 201, Ξεν., Ἀριστ., κτλ. ― Ὑπερθ. -ώτατος, Εὐρ. Φοίν. 750· ἅλκιμος τὰ πολεμικά, Ἡρόδ. 3. 4· ἐς ἀλκὴν ἄλκιμα, αὐτόθι 110· ἀκολούθως παρὰ Πινδ., Σοφ. καὶ μεταγενεστέροις Ποιηταῖς· ἀλκ. μάχης, Εὐρ. Ἡρακλ. 683: ― παροιμ., πάλαι ποτ’ ἦσαν ἄλκιμοι Μιλήσιοι, ὡς τὸ Λατ. «fuimus Troës», «περασμένα μεγαλεῖα», Ἀνακρ. 85, Ἀριστοφ. Πλ. 1002: ― σπάν. παρὰ πεζοῖς, Πλάτ. Πολ. 614Β (ἔνθα φαίνεται νὰ ὑπάρχῃ λογοπαίγνιον ἐπὶ τοῦ Ἀλκίνου), Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 8. 29, 1., 9. 41, 12.

French (Bailly abrégé)

ος, poét. η, ον :
fort, robuste ; vaillant, courageux.
Étymologie: ἀλκή.

English (Autenrieth)

(ἀλκή): efficient in defence, valiant, opp. δειλός, Il. 13.278; freq. ἄλκιμον ἦτορ, also applied as epith. of weapons.

English (Slater)

ἄλκῐμος
   1 valiant, brave Διὸς ἄλκιμος υἱὸς Herakles (O. 10.44) καὶ τίς ἄνδρας ἀλκίμους δαίμων ἀπ' Οἰνώνας ἔλασεν (N. 5.15) ἦ τινἄγλωσσον μέν, ἦτορ δ' ἄλκιμον, λάθα κατέχει ἐν λυγρῷ νείκει (N. 8.24) ἐπεὶ δ' ἄλκιμον νέκυν ἐν τάφῳ πολυστόνῳ θέντο Πηλείδαν (Pae. 6.98)

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἄλκιμος, -ον και -ος, -η, -ον) ἀλκή
νεοελλ.
ο σωματικά δυνατός, εύρωστος, ρωμαλέος, ακμαίος
αρχ.
1. (για πρόσωπα) δυνατός, γενναίος
2. (για πράγματα) στιβαρός, ανθεκτικός, αποτελεσματικός
3. αυτός που ενισχύει, ενδυναμώνει, τονώνει, βοηθεί.

Greek Monotonic

ἄλκῐμος: -ον και -η, -ον, δυνατός, ρωμαλέος, γενναίος, λέγεται για πρόσωπα και όπλα, σε Όμηρ.· ἄλκιμος τὰ πολεμικά, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ἄλκῐμος: 2, редко 3 мужественный, храбрый, отважный (ἦτορ Hom., Pind.; Διὸς υἱός Pind., Hes., Soph., Theocr.; μάχη Eur.; νεανίαι Plut.; πρὸς τοὺς ἐναντίους Xen.): πάλαι ποτ᾽ ἦσαν ἄλκιμοι Μιλήσιοι погов. Arph. в старину и милетцы были храбрецами (о былом величии).

Middle Liddell


strong, stout, of men and weapons, Hom.; ἄλκιμος τὰ πολεμικά Hdt.