Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄμορφος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: ἄμορφος Medium diacritics: ἄμορφος Low diacritics: άμορφος Capitals: ΑΜΟΡΦΟΣ
Transliteration A: ámorphos Transliteration B: amorphos Transliteration C: amorfos Beta Code: a)/morfos

English (LSJ)

ον,

   A misshapen, unsightly, γυνή Hdt. 1.196; γῆρας Thgn.1021; στολήν γ' ἄμορφον ἀμφὶ σὼμ' ἔχεις E.Hel. 554: metaph., μῦθος Pl.Lg.752a: Sup. ἀμορφέστατος (as if from ἀμορφής) Hdt. l.c.: regul. Comp. -ότερος X.Smp.8.17: Sup. -ότατος Plu.Mar.2, etc. Adv. -φως uglily, Luc.Am.41.    II without form, shapeless, Pl.Ti.51a: c. gen., ἄ. ἐκείνων ἁπασῶν τῶν ἰδεῶν without partaking of their form, ib.50d; ἡ ὕλη τὸ ἄ. ἔχει πρὶν λαβεῖν τὴν μορφήν Arist.Ph.191a10.    III metaph., degrading, Pl.Lg. 855c.

German (Pape)

[Seite 128] ohne Gestalt, formlos, Plat. Tim. 50 d 51 a; gew. mißgestaltet, verunziert, δυσχλαινίᾳ ἀμ. Eur. Hec. 240; τὸ σῶμα οὐκ ἄμορφος εἶ, nicht häßlich, Bacch. 453; στολή Hel. 561; Plat. Legg. VI, 752 a; mit αἰσχρός vrbdn Xen. Cyn. 3, 3; oft Luc., dem καλός entgegengesetzt. Dann übtr., schimpflich, Plat. Legg. IX, 855 e; turpe, bei Cic. Att. VII, 8. Die regelmäßigen Compar. und Superlat., Luc. Prom. 3; Xen. Conv. 8, 17; ἀμορφέστατος Her. 1, 196.

Greek (Liddell-Scott)

ἄμορφος: -ον, κακῶς ἐσχηματισμένος, δύσμορφος, ἄσχημος, γυνὴ Ἡρόδ. 1. 196· γῆρας Θέογν. 1021· στολήν γ’ ἄμορφον ἀμφὶ σῶμ’ ἔχεις Εὐρ. Ἑλ. 554: πρβλ. ἄμομφος. ΙΙ. ὁ ἄνευ μορφῆς, ὁ μὴ ἔχων μορφὴν οὐδεμίαν ἢ σχῆμα, Πλάτ. Τίμ. 51Α· μ. γεν., ἄμορφος ἐκείνων ἁπασῶν τῶν ἰδεῶν, μὴ μετέχων τῆς μορφῆς ἐκείνων, αὐτόθι 50D· ἡ ὕλη καὶ τὸ ἄμ. Ἀριστ. Φυσ. 1. 7, 13. ΙΙΙ. μεταφ., ἀνάρμοστος, ἀπρεπής, Πλάτ. Νόμ. 752Α: αἰσχρός, ἀτιμωτικός, αὐτόθι 855C. - ὑπερθ. ἀμορφέστατος (ὡς εἰ ἐκ θετικοῦ ἀμορφής) Ἡρόδ. αὐτ.: ἀλλὰ κανονικὸν συγκρ. -ότερος Ξεν. Συμπ. 8, 17· ὑπερθ. -ότατος Πλουτ. Μάρ. 2, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
difforme, laid ; au mor. déshonorant, honteux.
Étymologie: ἀ, μορφή.

Spanish (DGE)

-ον

• Morfología: [sup. ἀμορφέστατος Hdt.1.196]
I 1deforme, feo, γῆρας Mimn.5.2, γυναῖκες Hdt.1.199, παρθένος Hdt.1.196, πόσις E.Fr.909.4, γάμος E.Fr.405, Ἰησοῦς Origenes Cels.6.76, cf. X.Smp.8.17, Luc.Nec.16, Tim.27, Symp.18, λύγξ E.Fr.863, κύνες X.Cyn.3.5, ἄνθη Luc.DMort.18.2, γῆ Plu.2.158d, εἰκών Plu.2.754a, ὃς (ref. a un mal pintor) ... ἄ. σώματ' ἐξεργάζεται Gr.Naz.M.37.1220A, ὦτα Artem.1.24
c. ac. de rel. ἀτὰρ τὸ μὲν σῶμ' οὐκ ἄμορφος εἶ E.Ba.453, τοὺς ... τὴν ὄψιν ἀμόρφους Arist.Fr.101
c. dat. δυσχλαινίᾳ τ' ἄμορφος E.Hec.240
c. inf. δακρύειν μὲν τὸν τετελευτηκότα ἐπιτάττειν ἢ μὴ ἄμορφον llorar al muerto no es conveniente ni ordenarlo ni prohibirlo Pl.Lg.960a
deshonroso, vergonzoso ἕδραι Pl.Lg.855c.
2 informe, amorfo, no organizado fil. de los primeros principios, Emp.B 154, τὸ ὑποκείμενον Arist.Cael.306b17, εἶδος Pl.Ti.51a, ἀρχαί Thphr.Metaph.14, ὕλη Ti.Locr.94a, LXX Sap.11.17, Plu.2.1003b, Heraclit.All.43, Ph.2.261
c. gen. ἄμορφον ὂν ἐκείνων ἁπασῶν τῶν ἰδεῶν sin participar de todas sus formas Pl.Ti.50d
subst. ἡ ὕλη καὶ τὸ ἄ. ἔχει πρὶν λαβεῖν τὴν μορφήν Arist.Ph.191a10
en gener. (ἀκέφαλος μῦθος) Pl.Lg.752a, τύποι Plu.2.636c, σκιά Agatharch.7, cf. Dion.Ar.DN M.3.824B.
II adv. -ως feamente χωρὶς τῶν ἀ. προπεπτωκότων μαζῶν Luc.Am.41, πεπλασμένον μὲν ἀμόρφως Vit.Aesop.G 7.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἄμορφος, -ον)
αυτός που δεν έχει ορισμένη μορφή, σχήμα
αρχ.
1. αυτός που δεν έχει ωραία μορφή, δύσμορφος, άσχημος
2. ταπεινωτικός, ατιμωτικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερ. + μορφή.
ΠΑΡ. αμορφία
αρχ.
ἀμόρφωτος, ἀμορφύνω, ἀμορφῶ].

Greek Monotonic

ἄμορφος: -ον (μορφή), δύσμορφος, άσχημος, σε Ηρόδ., Ευρ.· υπερθ. ἀμορφέστατος (όπως αν προερχόταν από το ἀμορφής), σε Ηρόδ.· αλλά ομαλός τύπος -ότερος, -ότατος, σε Ξεν., Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

ἄμορφος:
1) некрасивый, безобразный, уродливый (γυνή Her.; σῶμα, στολή Eur.; μῦθος Plat.): καμὼν ἀμορφότερος Xen. подурневший от болезни;
2) бесформенный (εἶος Plat.; sc. ὕλη Arst.; κυήματα Plut.): ἄ. τινος Plat. не принявший форму чего-л.

Middle Liddell

μορφή
misshapen, unsightly, Hdt., Eur.: —Sup. ἀμορφέστατος (as if from ἀμορφής), Hdt.; but regul. form -ότερος, -ότατος, Xen., Plut.

Chinese

原文音譯:¥fwnoj 阿-賀挪士
詞類次數:形容詞(4)
原文字根:不-聲音
字義溯源:無聲的,緘默的,不能說話的,啞吧,無意思的;由(α / ἄλφα)= (ἄνευ)*=無)與(φωνή)*=聲音)組成
出現次數:總共(4);徒(1);林前(2);彼後(1)
譯字彙編
1) 不會說話的(1) 彼後2:16;
2) 是無意思的(1) 林前14:10;
3) 啞吧(1) 林前12:2;
4) 無聲(1) 徒8:32