Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄναλκις

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἄναλκις Medium diacritics: ἄναλκις Low diacritics: άναλκις Capitals: ΑΝΑΛΚΙΣ
Transliteration A: ánalkis Transliteration B: analkis Transliteration C: analkis Beta Code: a)/nalkis

English (LSJ)

ιδος, ὁ, ἡ: acc.

   A -ιδα Il.8.153, etc., but -ιν Od.3.375, A.Ag.1224: (ἀλκή):—without strength, impotent, feeble, of unwarlike men, ἀπτόλεμος καὶ ἄ. Il.2.201, cf. 9.35; κακὸν καὶ ἀνάλκιδα 8.153, 14.126; of the suitors, Od.4.334; of Aegisthus, 3.310, cf. A.Ag.1224; of Aphrodite, Il.5.331; also ἄ. θυμός 16.656; φύζα 15.62; ὁ πάντ' ἄ. S.El.301, cf. Hdt.2.102.

German (Pape)

[Seite 196] ιδος, ohnmächtig, schwach, feig, Hom. öfter, z. B. ἀπτόλεμος καὶ ἄναλκις Iliad. 2, 201; κακὸν καὶ ἀνάλκιδα 8, 153; ἀνδρὸς ἀνάλκιδος οὐτιδανοῖο 11, 390; ἄναλκις θεός 5, 331; γυναῖκας ἀνάλκιδας 5, 349; ἀνάλκιδος Αἰγίσθοιο Od. 3, 810, vgl. 4, 334. 17, 125; ἀνάλκιδα φύζαν Iliad. 15, 62, θυμόν 16, 855; αἱρήσει με καὶ ὧς, καὶ ἀνάλκιδα δειροτομήσει Iliad. 21. 555; der accus. ἄναλκιν steht bei Hom. nur Od. 3, 875; sonst bei Pind. Ol. 1, 81; Aesch. Ag. 1197. – Auch Sp. D., wie Man. 3, 160.

Greek (Liddell-Scott)

ἄναλκις: -ιδος, ὁ, ἡ: αἰτ. -ιδα Ἰλ. Θ. 153, κτλ., ἀλλὰ -ιν, ἐν Ὀδ. Γ. 375, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1224: (ἀλκή): ὁ ἄνευ ἀλκῆς, ἰσχύος, ἀδύνατος, ἀσθενής· ἐπὶ ἀπολέμων ἀνθρώπων, ἀπτόλεμος καὶ ἄν. Ἰλ. Β. 201, πρβλ. Ι. 35· κακὸν καὶ ἀνάλκιδα Θ. 153, Ξ. 126· ἐπὶ τῶν μνηστήρων, Ὀδ. Δ. 334, Ρ. 125· ἐπὶ τοῦ Αἰγίσθου, Γ. 310, πρβλ. Αἰσχύλ. Ἀγ. 1224· περὶ τῆς Ἀφροδίτης, Ἰλ. Ε. 331· ὡσαύτως ἄν. θυμὸς Π. 656· φύζα Ο. 62· ― ὁ πάντ’ ἄναλκις Σοφ. Ἠλ. 301, πρβλ. Ἡρόδ. 2. 102.

French (Bailly abrégé)

ιδος (ὁ, ἡ)
1 sans force, faible;
2 lâche.
Étymologie: ἀ, ἀλκή.

English (Autenrieth)

ιδος, acc. -ιδα (-ιν, Od. 3.375): invalorous, cowardly.

English (Slater)

ᾰναλκις
   1 cowardlyμέγας κίνδυνος ἄναλκιν οὐ φῶτα λαμβάνει (O. 1.81) οὐκ ἄναλκις, ὡς τόσον ἀγῶνα δῦναι (“potius ad (O. 1.81) referendum” Snell.) ?fr. 342.

Spanish (DGE)

-ῐδος, ὁ, ἡ

• Morfología: [ac. sg. ἀνάλκιδα Il.9.35, 8.153, 14.126, ἄναλκιν Od.3.375, Pi.O.1.81, A.A.1224]
débil de ánimo, cobarde de hombres en gener. ἀπτόλεμος καὶ ἄ. Il.2.201, κλύειν ἄναλκις μᾶλλον ἢ μιαιφόνος A.Pr.868, φώς Pi.O.1.81, cf. Fr.342, Hdt.2.102, X.Cyr.8.1.45, Plu.2.32f, κούρη Nonn.D.16.235, εὐνοῦχοι X.Cyr.7.5.62, de Diomedes ἀπτόλεμον καὶ ἄ. Il.9.35, κακὸν καὶ ἄ. Il.8.153, 14.126, de Telémaco Od.3.375, de los pretendientes, op. κρατερόφρων Od.4.334, de Egisto Od.3.310, A.A.1224, S.El.301, de Afrodita Il.5.331, de Dioniso, Nonn.D.16.172, θυμός Il.16.656, φύζα Il.15.62.

Greek Monolingual

ἄναλκις (-ιδος), ο, η (Α)
1. ασθενής, αδύναμος, ανίσχυρος
2. άνανδρος, δειλός, απειροπόλεμος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀλκή «δύναμη». Τό -ι- του τ. είναι σπάνιο και πολύ παλαιό. Η λ. στην αιτιατ. απαντά και ως ἀνάλκιδα (Ιλ. Θ 153 κ.α.) και ως ἄναλκιν (Οδ. γ 375) (πρβλ. ἔνυδρις, ἔξαστις, θέσπις, πανήγυρις κ.ά.].

Greek Monotonic

ἄναλκις: -ιδος, ὁ, ἡ, αιτ. -ιδα ή -ιν· (ἀλκή), αδύνατος, ανίσχυρος, ασθενής, λέγεται για απόλεμους ανθρώπους, σε Όμηρ., Αισχύλ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἄναλκῐς: ῐδος adj. бессильный, слабый, тж. робкий Hom., Pind., Aesch., Soph., Her., Plut.

Middle Liddell

ἀλκή
without strength, impotent, feeble, of unwarlike persons, Hom., Aesch., etc.

English (Woodhouse)

ἄναλκις = cowardly, weak, physically weak, weak physically

⇢ Look up "ἄναλκις" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)