Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄνειμι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἄνειμι Medium diacritics: ἄνειμι Low diacritics: άνειμι Capitals: ΑΝΕΙΜΙ
Transliteration A: áneimi Transliteration B: aneimi Transliteration C: aneimi Beta Code: a)/neimi

English (LSJ)

in Att. serving as fut. to ἀνέρχομαι, and ἀνῄειν, Ep. ἀνήϊον, as impf.:—

   A go up, ἅμ' ἠελίῳ ἀνιόντι at sun-rise, Il.18.136, cf. Hdt.3. 85; ἀνήϊον ἐς περιωπήν I went up a hill, Od.10.146, cf. Pl.R.614d; γῆ δ' ἄνεισ' εἰς αἰθέρα E.Fr.687; ἱδρὼς ἀνήει χρωτί came up upon the skin, S.Tr.767: metaph., reach, attain to, εἰς προβλήματα Pl.R.531c: Medic., ἐπὶ τὰς σ raised the dose to six cotylae, Ruf. ap. Aët.5.84.    2 sail up, i.e. out to sea, ἐκ Τροίης ἀνιόντα θοῇ σὺν νηΐ Od.10.332; πόντον ἀνήϊον A.R.4.238.    3 go up inland (v. supr. 1), esp. go up into Central Asia, ἡ ὰγγελίη ἀνήιε παρὰ τὸν βασιλέα Hdt.5.108; ἐκ Πειραιῶς Pl.R.439e, etc.; εἰς ἄστυ Φαληρόθεν Id.Smp.172a.    4 come forth, Ael.NA11.33.    5 to be promoted, εἰς Ἀρειον πάγον Hyp.Fr. 138, Lexap.D.24.22.    6 ἀνιόντα καὶ κατιόντα πρόσωπα ascendants and descendants, Just.Nov.117.7, 118 Pr.    II approach, esp. as a suppliant, ἄνεισι πάϊς ἐς πατρὸς ἑταίρους Il.22.492,499.    III go back, return, freq. in Od., ἐξ Αἰθιόπων ἀνιών 5.282; ἀ. ἐπὶ τὸν πρότερον λόγον Hdt.1.140, cf.7.239; θαλάσσης ἐς τέκνα Pl.Com.173.11; without Prep., πάλιν δὲ τῶνδ' ἄνειμί σοι γένος genus repetam, E. Heracl.209.

German (Pape)

[Seite 220] (s. εἶμι), 1) aufgehen, von der Sonne, Od. 1, 24; ἅμ' ἠελίῳ ἀνιόντι, mit aufgehender Sonne, Il. 18, 136; Her. 3, 85 u. sonst; Plut. Camill. 34; hinaufsteigen, εἰς περιωπὴν ἀνήιον, ich stieg auf eine Warte, Od. 10, 146; vgl. Plat. Rep. X, 614 d; vom Lande aufs hohe Meer fahren, πόντον ἀνήϊον Ap. Rh. 4, 238; landeinwärts gehen, Od. 10, 274; ἀγγελίη ἀνήϊε παρὰ βασιλῆα, gelangte hinauf, nach dem innern Asien, zum Könige, Her. 5, 108 (vgl. ἀναβαίνω); ἱδρὼς ἀνῄει χρωτί, drang heraus auf die Haut, brach aus, Soph. Trach. 764; μήτ' ἄροτον αὐτοῖς ἀνιέναι γῆς, daß ihnen nichts hervorwachse, O. R. 270, falsch von ἀνίημι abgeleitet; εἰς ἄστυ Plat. Conv. 172 a u. öfter. – 2) sich mit Bitten an Jemanden wenden, ἄνεισι πάις ἐς πατρὸς ἑταίρους Il. 22, 492, ἐς μητέρα χήρην 499. – 3) zurückkehren, ἐξ Αἰθιόπων, ἐκ Τροίης, Od. 5, 282. 10, 332; ἐπὶ τὸν πρότερον λόγον Her. 1, 140, u. öfter; Plat. Phil. 13 d; Ar. Nubb. 1058. – 4) auftreten, zum Vorschein kommen, Ael. N. A. 11, 33. ἀνεῖναι, darauf, darüber verbreitet sein; hierher zieht man Od. 24, 343 ἔνθα δ' ἀνὰ σταφυλαὶ παντοῖαι ἔασιν.

Greek (Liddell-Scott)

ἄνειμι: παρ’ Ἀττ. χρησιμεύει ὡς μέλλ. τοῦ ἀνέρχομαι, τὸ δὲ ἀνῄειν, Ἐπ. ἀνήϊον, ὡς ἀόριστος (εἶμι): - ἀναβαίνω, ἐπὶ ἡλίου, ἀνατέλλω, ἅμ’ ἠελίῳ ἀνιόντι, συγχρόνως μετὰ τοῦ ἀνατέλλοντος ἡλίου, Ἰλ Σ.136, πρβλ. Ἡρόδ. 3, 85· ἀνήϊον ἐς περιωπήν, ἀνέβην εἰς τόπον ὑψηλόν, Ὀδ. Κ. 146, πρβλ. Πλάτ. Πολ. 614D· γῆ δ’ ἄνεισ’ εἰς αἰθέρα Εὐρ. Ἀποσπ. 688· ἱδρὼς ἀνῄει χρωτί, ἀνέβη εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ σώματος αὐτοῦ [τοῦ Ἡρακλέους], Σοφ. Τρ. 767· μήτ’ ἄροτον αὐτοῖς γῆς ἀνιέναι τινὰ [τοὺς θεούς], μήτε καρποφορίαν τινὰ γῆς νὰ δώσωσιν εἰς αὐτοὺς οἱ θεοί, Σοφ. Οἰδ. Τύρ. 270· ― ἀναβλύζω, ἧς τὸ ὕδωρ οὐκ ἄνεισιν ἐκ τῆς γῆς, ἐπιρρεῖ δὲ ἐκ τοῦ ὀρόφου Παυσ.· ἴδε Θησ. Στεφ. ἐν λέξει. 2) ἀναπλέω, ἐκ Τροίης ἀνιόντα θοῇ σὺν νηῒ Ὀδ. Κ. 332· πλέω ἐκ τῆς ξηρᾶς εἰς τὸ πέλαγος, «βγαίνω εἰς τὰ ἀνοιχτὰ» ὡς λέγουσιν οἱ ναυτικοί, νῆάς τ’ εἰρύσσαντο ... αὐτῷ δ’ ἤματι πόντον ἀνήϊον Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 238. 3) προχωρῶ εἰς τὰ μεσόγαια, ἀναβαίνω, (ἴδε ἀνωτ. Ι.), ἰδίως προχωρῶ ἄνω πρὸς τὰ μεσόγαια τῆς Ἀσίας, ἡ ἀγγελίη... παρὰ βασιλέα ἀνήϊε Ἡρόδ. 5. 108· ἀνιὼν ἐκ Πειραιέως Πλάτ. Πολ. 439Ε, κτλ.· εἰς ἄστυ Φαληρόθεν ὁ αὐτ. Συμπ, 172Α. 4) παρουσιάζομαι, ἐμφανίζομαι αἴφνης, Αἰλ. π. Ζ. 11. 33. ΙΙ. προσέρχομαί τινι ἱκετευτικῶς πρὸς βοήθειαν, ἄνεισι πάϊς ἐς πατρὸς ἑταίρους Ἰλ. Χ. 492, 499. ΙΙΙ. ἐπανέρχομαι, ὑποστρέφω εἰς τὴν πατρίδα, συχν. ἐν Ὀδ., ὡς, ἐξ Αἰθιόπων ἀνιὼν Ε. 282· οὕτως, ἀν. ἐπὶ τὸν πρότερον λόγον Ἡρόδ. 1. 140, πρβλ. 7. 239· ἀνάγω, ἀλλ’ οὐκ εἰς προβλήματα ἀνίασιν ἐπισκοπεῖν Πλάτ. Πολ. 531C· θαλάσσης δ’ ἐς τέκνα ἄνειμι, ἐπάνειμι, ἐπαναφέρω δὲ τὸν λόγον εἰς τὰ προϊόντα τῆς θαλάσσης, δηλ. ἰχθῦς κτλ., Πλάτ. Κωμ. ἐν «Φάωνι» 1. 11· ἐλλειπτ., πάλιν δὲ τῶνδ’ ἄνειμί σοι γένος, θὰ ἀνέλθω εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ γένους αὐτῶν, θὰ ἀνιχνεύσω τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, Εὐρ. Ἡρακλ. 209.

French (Bailly abrégé)

impf. ἀνῄειν ou ἀνήϊον;
I. (ἀνά, en haut);
1 s’élever, monter : ἐς περιωπήν OD sur une hauteur d’où on voit le pays d’alentour ; ἅμ’ ἠελίῳ ἀνιόντι IL au lever du soleil;
2 aller de la côte dans l’intérieur, particul. dans l’Asie centrale;
3 sourdre, monter à la surface;
4 p. ext. s’avancer, s’approcher (comme un suppliant);
II. (ἀνά, en arrière) revenir ; fig. ἐπί τι HDT, εἴς τι PLAT passer à un sujet, à une question.
Étymologie: ἀνά, εἶμι.

English (Autenrieth)

(εἶμι), part. ἀνιών, ipf. ἀνήιον: go up or back, return, (of the sun) rise; παρὰ νηὸς ἀνῆιον ἐς περιωπήν (i. e. from the shore inland), Od. 10.146 ; ἐκ Τροίης ἀνιόντα, Od. 10.332; ἅμ' ἠελίῳ ἀνιόντι, Il. 18.136.

Spanish (DGE)

• Morfología: [át. como fut. de ἀνέρχομαι; impf. ép. ἀνήϊον Od.10.146, A.R.4.238]
I c. alejamiento del sujeto.
1 c. mov. hacia arriba, abs. salir el sol ἅμ' ἠελίῳ ἀνιόντι Il.18.136, cf. Hes.Op.728, Hdt.3.85
c. determinaciones adverbiales subir ἐς περιωπήν Od.10.146, εἰς ἄστυ ... Φαληρόθεν Pl.Smp.172a, ἐκ Πειραιῶς Pl.R.439e, ἐκ τῆς γῆς μεστὰς αὐχμοῦ las almas, Pl.R.614d, γῆ δ' ἐς αἰθέρα E.Fr.687, ἱδρὼς ἀνῄει χρωτί subió el sudor a la piel S.Tr.767, c. ac. de direcc. γῆς ἀνιοῦσ' ἱερὰς τριόδους S.Fr.535
fig. elevarse a un puesto εἰς Ἄρειον πάγον Hyp.Fr.138, Ley en D.24.22
εἰς προβλήματα alcanzar, tocar los problemas de la armonía del número, Pl.R.531c
medic. llegar a una dosis, Ruf.Fr.68.4
ἀνιόντα καὶ κατιόντα πρόσωπα ascendientes y descendientes Iust.Nou.117.7, 118 proem.
geom. de líneas ser trazado τὰς ἐξ ἀρχῆς παραλλήλους ἀνιούσας las paralelas construidas al comienzo Papp.140.9.
2 c. mov. en gener., c. prep. y ac. de pers. ir a presencia de ἐς πατρὸς ἑταίρους Il.22.492, cf. 499
llegarἀγγελίη παρὰ τὸν βασιλέα Hdt.5.108
abs. εἶτα ἄνεισιν ὁ ... ἱερεύς después llega el sacerdote Ael.NA 11.33
de barcos hacerse a la mar ἐκ Τροίης ἀνιόντα θοῇ σὺν νηΐ Od.10.332, πόντον ἀνήιον se lanzaron a mar abierto A.R.4.238, εἰς θέατρον ἀνιόντα yendo hacia el teatro Plu.2.443a, εἰς χθόνα Λυδῶν Nonn.D.43.441, οὐδὲ ὄναρ ποτὲ ἀνιέναι σεαυτόν Luc.Herm.2.
II c. mov. de retorno volver ἐξ Αἰθιόπων ἀνιών Od.5.282
fig. ἄνειμι θαλάσσης ἐς τέκνα vuélvome a tratar de los pescados en un tratado de culinaria, Pl.Com.173.11, ἐπὶ τὸν πρότερον λόγον Hdt.1.140, cf. 7.239, Moschio Trag.6.1
c. ac. πάλιν δὲ τῶνδ' ἄνειμί σοι γένος me remontaré por ti al origen de estos (niños) E.Heracl.209.

Greek Monolingual

ἄνειμι (Α) είμι
1. τραβώ προς τα επάνω, ανεβαίνω
2. (για τον ήλιο) ανατέλλω
3. (για νερό) βγαίνω στην επιφάνεια, αναβλύζω
4. αναπλέω, βγαίνω στα ανοιχτά
5. πηγαίνω σε κάποιον για να ζητήσω βοήθεια, καταφεύγω ως ικέτης
6. επανέρχομαι, γυρίζω πίσω, γυρίζω στην πατρίδα
7. κατευθύνομαι προς τα μεσόγεια (από παραλιακό τόπο)
8. προσάγω, φέρνω
9. ανάγω κάτι σε κάτι άλλο.

Greek Monotonic

ἄνειμι: (εἶμι, ibo), στην Αττ. χρησιμ. ως μέλ. του ἀνέρχομαι· παρατ. ἀνῄειν, Επικ. και Ιων. ἀνήϊον·
I. 1. ανεβαίνω, ανέρχομαι, σε Όμηρ. κ.λπ.· ἅμ' ἠελίῳ ἀνιόντι, στην ανατολή του ηλίου, σε Ομήρ. Ιλ.
2. ανοίγομαι, δηλ. στη θάλασσα, σε Ομήρ. Οδ.
3. προχωρώ στα ενδότερα, ιδίως στην Κεντρική Ασία, σε Πλάτ.
II. πλησιάζω, προσέρχομαι, ιδίως ως ικέτης, σε Ομήρ. Ιλ.
III. επιστρέφω, επανέρχομαι, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἄνειμι:
1) всходить, взбираться, подниматься (ἐς περιωπήν Hom.; ἐκ τῆς γῆς Plat.);
2) восходить: ἅμ᾽ ἠελίῳ (ἅμα τῷ ἡλίῳ) ἀνιόντι Hom., Her. с восходом солнца;
3) отправляться (вглубь страны) (εἰς ἄστυ Plat.);
4) доходить, достигать (ἀγγελίη ἀνήϊε παρὰ βασιλῆα Her.);
5) возвращаться (ἐκ Τροίης Hom.; ἐπὶ τὸν πρότερον λόγον Her.; εἴς τι Plat.);
6) выступать наружу, появляться (ἱδρὼς ἀνῄει χρωτί Soph.);
7) подходить с просьбой, обращаться (ἔς τινα Hom.).

Middle Liddell

[εῖμι, ibo, in attic serving as fut. to ἀνέρχομαι.]
I. to go up, Hom., etc.; ἅμ' ἠελίωι ἀνιόντι at sun- rise, Il.
2. to sail up, i. e. out to sea, Od.
3. to go up inland, esp. into Central Asia, Plat.
II. to approach, esp. as a suppliant, Il.
III. to go back, go home, return, Od., Hdt., etc.