Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄνολβος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἄνολβος Medium diacritics: ἄνολβος Low diacritics: άνολβος Capitals: ΑΝΟΛΒΟΣ
Transliteration A: ánolbos Transliteration B: anolbos Transliteration C: anolvos Beta Code: a)/nolbos

English (LSJ)

ον, poet. Adj. A unblessed, wretched, luckless, ἦμαρ Orac. ap. Hdt.1.85; γαῖα, ὄμμα, E.Hel.247, IA354; ὤμοι ἐμῶν ἄνολβα βουλευμάτων, for ἐμὰ . . βουλεύματα, S.Ant.1265: of persons, Thgn.288 (Comp.), A.Eu.551, S.Aj.1156, etc. 2 without means, poor, Arat.1073.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 240] dass., Her. 1, 85 im Orak.; Aesch. Eum. 521; Eur. I. A. 354 ὄνομα. Bei Soph. Ai. 1135 vom Schol. ἀνόητος erklärt; elend, der Vernunft beraubt, thöricht, neben ἄβουλος Ant. 1013; ἄνολβα βουλευμάτων 1251; denn nach 1328 πολλῷ τὸ φρονεῖν εὐδαιμονίας πρῶτον ὑπάρχει; Schol. Il. 24, 536 ἄνολβος παρὰ Στωϊκοῖς ἀπαίδευτος.

Greek (Liddell-Scott)

ἄνολβος: -ον, ποιητ. ἐπίθ., ὁ μὴ ὄλβιος, ἄθλιος, δυστυχής, ἐλεεινός, ἦμαρ Χρησμ. παρ’ Ἡρόδ. 1. 85· γαῖα, ὄμμα Εὐρ. Ἑλ. 247, Ι. Α. 354· ὤμοι ἐμῶν ἄνολβα βουλευμάτων, ἀντὶ ὤμοι ἐμὰ ἄνολβα βουλεύματα Σοφ. Ἀντ. 1265, ἴδε σημ. Jebb ἐν τόπῳ: - ἐπὶ προσώπ. ἀνολβότεροι Θέογν. 288· δίκαιος ὢν οὐκ ἄνολβος ἔσται Αἰσχύλ. Εὐμ. 551, ἀνόητος, ἄβουλος, τοιαῦτ’ ἄνολβον ἄνδρ’ ἐνουθέτει παρὼν Σοφ. Αἴ. 1156, κτλ. 2) ὁ ὄλβον οὐκ ἔχων, πτωχός, ἄπορος, χαίρει ἄνολβος ἀνήρ, «ὁ πένης καὶ ἀνείμων» (Σχόλ.). Ἄρατ. 1073· - ἐν τοῖς εἰς Ὅμηρ. Σχολίοις (Ἰλ. Ω. 536) ὑπάρχει: «ἄνολβος, παρὰ Στωϊκοῖς ἀπαίδευτος».

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 malheureux, infortuné;
2 qui ne convient pas à une haute fortune;
3 pauvre d’esprit, insensé.
Étymologie: ἀ, ὄλβος.

Spanish (DGE)

-ον
1 desdichado, desgraciado de pers. Thgn.288, A.Eu.551, S.Ai.1156, στρατός Archil.152, ὁ ἀπαίδευτος Chrysipp.Stoic.3.169
de cosas y abstr. ἦμαρ Orác. en Hdt.1.85, γαῖα E.Hel.247, ὄμμα E.IA 354, ταῦτα E.IA 449
subst. ὤμοι ἐμῶν ἄνολβα βουλευμάτων ¡ay de mis desdichadas decisiones! S.Ant.1265.
2 pobre ἀνήρ Arat.1073.

Greek Monolingual

ἄνολβος κ. ἀνόλβιος, -ον (Α) όλβος
δυστυχής, άθλιος, άτυχος
2. άπορος, φτωχός.

Greek Monotonic

ἄνολβος: -ον, ανευλόγητος, άθλιος, δυστυχής, ελεεινός, σε Θέογν., Τραγ.

Russian (Dvoretsky)

ἄνολβος: несчастный, злосчастный, злополучный Her., Trag.: ἄνολβα βουλευμάτων Soph. роковые решения.

Middle Liddell


unblessed, wretched, luckless, Theogn., Trag.

English (Woodhouse)

ἄνολβος = sad, unfortunate, unhappy

⇢ Look up "ἄνολβος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)