Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄνυμφος

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἄνυμφος Medium diacritics: ἄνυμφος Low diacritics: άνυμφος Capitals: ΑΝΥΜΦΟΣ
Transliteration A: ánymphos Transliteration B: anymphos Transliteration C: anymfos Beta Code: a)/numfos

English (LSJ)

ον,
A not bridal, ἄνυμφος τροφή S.El.1183 (lyr.); νύμφη ἄνυμφος = a bride that is no bride, unhappy bride, E.Hec.612, cf. Hipp.547 (lyr.), Men. 548.
II without bride or without mistress, μέλαθρα E.Hel.1125 (lyr.), cf. Sammelb.4301.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 266] (νύμφη), ohne Braut, unvermählt, neben ἄνανδρος Eur. Hipp. 574; vom Manne, Men. bei Strab. VII p. 297; νύμφη ἄνυμφος, unbräutliche Braut, die keine ist, Eur. Hec. 616; γάμων μιαιφόνων ἁμιλλήματα ἄνυμφα Soph. El. 483, frevelhafter Ehe Liebeskämpfe.

Greek (Liddell-Scott)

ἄνυμφος: -ον, ὁ μὴ νυμφικός, ὁ μὴ νυμφευθείς, ἄγαμος, φεῦ τῆς ἀνύμφου δυσμόρου τε τροφῆς, τῆς ἀγάμου καὶ κακοτύχου ζωῆς σου, Σοφ. Ἠλ. 1183· νύμφη ἄνυμφος, νύμφη ἥτις δὲν εἶναι νύμφη, δυστυχὴς νύμφη, Εὐρ. Ἑκ. 612· πρβλ. ἄλεκτρος. ΙΙ. ὁ ἄνευ νύμφης ἢ οἰκοδεσποίνης, μέλαθρα ὁ αὐτ. Ἑλ. 1125.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 non marié, sans époux, sans épouse ; en parl. d’unions illégitime, incestueux;
2 νύμφη ἄνυμφος EUR épouse qui n’en est pas une, càd épouse d’une ombre, à la fois épouse et non-épouse.
Étymologie: ἀ, νύμφη.

Spanish (DGE)

-ον
I de pers.
1 soltero de mujeres, E.Hipp.547, Gloss.5.615, de hombres, Men.Fr.795.5, SB 4301.
2 que no es verdadera esposa de Políxena νύμφη ἄ. E.Hec.612, de Helena ἄ. πόρτις Lyc.102.
II de cosas y abstr.
1 que no tiene desposada ἄ. μέλαθρα palacio sin señora E.Hel.1125.
2 en que no hay una verdadera desposada de la unión de Egisto y Clitemestra, S.El.492.
3 que está privado de himeneo ἄ. τροφή existencia privada de himeneo S.El.1183.

Greek Monolingual

ἄνυμφος, -ον (Α)
1. ο χωρίς γάμο
2. φρ. α) «ἄνυμφος τροφή» — άγαμος βίος
β) «νύμφη ἄνυμφος» — δυστυχισμένη νύφη
γ) «ἄνυμφα μέλαθρα» — σπίτι χωρίς γυναίκα.

Greek Monotonic

ἄνυμφος: -ον (νύμφη),
I. μη γαμήλιος, ανύμφευτος, σε Σοφ.· νύμφη ἄνυμφος, νύφη που δεν είναι νύφη, δυστυχισμένη νύφη, σε Ευρ.
II. ο χωρίς νύφη ή οικοδέσποινα, μέλαθρα, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἄνυμφος:
1) лишившийся супругов, опустевший, осиротевший (μέλαθρα Eur.);
2) безбрачный, одинокий (τροφή Soph.): νύμφη ἄ. Eur. несчастная (мнимая) невеста.

Middle Liddell

νύμφη
I. not bridal, unwedded, Soph.; νύμφη ἄνυμφος a bride that is no bride, unhappy bride, Eur.
II. without bride or mistress, μέλαθρα Eur.