Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄπυρος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἄπῠρος Medium diacritics: ἄπυρος Low diacritics: άπυρος Capitals: ΑΠΥΡΟΣ
Transliteration A: ápyros Transliteration B: apyros Transliteration C: apyros Beta Code: a)/puros

English (LSJ)

ον,

   A without fire, in Hom. only of pots and tripods, that have not yet been on the fire, brand-new, ἕπτ' ἀπύρους τρίποδας Il.9.122, cf. 23.267.    b not capable of standing on the fire, σκευῶν ἐμπύρων καὶ ἀ. Pl.Lg.679a, cf. Ar.Fr.532.    c not wasted by fire, Max.Tyr. 41.4.    2 ἄ. οἶκος fireless, i.e. cold, cheerless, Hes.Op.525.    3 unfermented, οἶνος Alcm.117; uncooked, σιτία Plu.2.349a; ἄκολος AP 9.563 (Leon.), etc.    4 ἄ. χρυσίον unsmelted, opp. ἄπεφθον, Hdt. 3.97, IG2.652B28(but ἄ. χρυσός, of nuggets, or gold-dust, Arist.Mir. 833b8, D.S.2.50, al.); ἄ. κύανος Thphr.Lap.55; ἄ. τέχναι Aristid.Or. 37(2).13; θεῖον ἄ. native sulphur, Gal.12.903.    5 ἱερὰ ἄ. sacrifices in which no fire was used, i. e. offerings of fruit, grain, and wine, Pi.O. 7.48, cf. A.Ag.70(lyr.), S.Fr.417; θυσίαν ἄπυρον παγκαρπείας E.Fr. 912.4; ἄ. βωμοί Ph.1.345; ἱερουργία Plu.2.578b.    6 in A.Pr.880 (lyr.) ἄ. ἄρδις an arrow-point but one not forged in fire, i. e. the sting of the gad-fly; ἄ. δάς, of love, Luc.DDeor.19.1.    II Medic., without fever, Hp.Epid.1.1, cf. Aret.SD1.9. Adv. ἀπύρως Hp.Prorrh. 1.119.    III = νεκρός, Hsch.

German (Pape)

[Seite 341] (πῦρ), a) ohne Feuer; 1) bei Hom. ἀπύρους τρίποδας Iliad. 9. 122. 264, λέβητ' ἄπυρον, ἀνθεμόεντα 23, 885; ἄπυρον λέβητα, λευκὸν ἔτ' αὔτως 23, 267: entweder die noch nicht in's Feuer gekommen, noch nicht gebraucht sind, oder die gar nicht zum Gebrauch im Feuer bestimmt sind; letztere Erklärung ist die des Aristarch, Scholl. Aristonic. Iliad. 23, 267 σημειοῦνταί τινες ὅτι ἄπυρον τὸν ἀναθηματικόν, ἕτερον τοῦ ἐμπυριβήτου; vgl. Scholl. Iliad. 23, 885. 9, 122. 265 Apoll. Lex. 40, 32 Athen. 2. 38 a 11, 501 b; ἄπυρος πινακίσκος B. A. 1, 14, μήπω πυρὶ προσενηνεγμένος erkl.; ἄπυρα σκεύη Plat. Legg. III, 679 a, von Hesych. erkl. τὰ οὐ παρέχοντα χρῆσιν ἐν πυρί; – Soph. Tr. 682 φάρμακον ἄπυρον ἀκτῖνός τ' αἰεὶ θερμῆς ἄθικτον. – 2) ἱερά, Opfer, bei denen nichts verbrannt wird, Pind. Ol. 7, 48; θυσία Eur.; bei Clem. Al. ἄπυροι die Furien, denen kein Brandopfer gebracht wurde. Bei Aesch. Ag. 70 aber sind ἱερὰ ἄπυρα nicht gehörig dargebrachte, frevelhafte Opfer, wie auch Soph. bei Hesych. ἄπυρον für ἄθυτον braucht. – 3) ungekocht, οἶνος Alcm. bei Ath. I, 31 c; μέλι Luc. Navig. 23; σιτία Plut.; ἄκολοι Leon. Tar. 45 (IX, 563); τροφή Suid. Häufig χρυσός, roh, im Ggstz von ἄπεφθος, Her. 3, 97; Arist. Mir. Anse. 45; Diod. Sic. 2, 5; Antiphil. 21 (IX, 310). Ebenso θεῖον ἄπυρον, Diosc.; Plin. 35, 15. – 4) bei den Aerzten, ohne Fieberhitze. – b) ἄρδις ἄπυρος, Aesch. Prom. 882, feuergleich, wie Feuer brennend, Schol. πολύπυρος, also mit dem α copulativ. gebildet; Andere erkl. vielleicht richtiger: nicht im Feuer gewesen, nicht geschmiedet, da ἄρδις hier uneigentlich gesagt ist.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
I. sans feu :
1 non allumé;
2 non pourvu de feu ; froid;
II. qui ne connaît pas le feu, càd :
1 qu’on n’a pas encore mis sur le feu : ἄπυροι τρίποδες, ἄπυρος λέβης IL trépieds, chaudron qui n’ont pas encore vu le feu, càd neufs;
2 non préparé ou non travaillé avec du feu : ἄπυρα σιτία PLUT aliments crus ; χρυσίον ἄπυρον HDT or natif ; ἄπυρος ἄρδις ESCHL aiguille non forgée au feu, càd non de fer, mais invisible ; ἄπυρα ἱερά sacrifices sans feu, càd sacrifices qui ne brûlent pas, non agréés par les dieux.
Étymologie: ἀ, πῦρ.

English (Autenrieth)

(πῦρ): untouched by fire, kettle or tripod, Il. 9.122 and Il. 23.267 (λευκὸν ἔτ' αὔτως, 268).

English (Slater)

ᾰπῠρος
   1 fireless τεῦξαν δ' ἀπύροις ἱεροῖς ἄλσος ἐν ἀκροπόλει (O. 7.48)

Spanish (DGE)

(ἄπῠρος) -ον
I 1en que no interviene el fuego, sin fuego de sacrificios u ofrendas ἱερά Pi.O.7.48, θυσία E.Fr.912.4, Clem.Al.Strom.5.11.70 (cj.), ἱερουργία Plu.2.578b, ἄ. τέχναι artes en que no interviene el fuego Aristid.Or.37.13
en que no se enciende el fuego οἶκος de la guarida del pulpo Hes.Op.525, βωμοί Ph.1.345.
2 fig. sin fuego δᾴς referido al amor, Luc.D.Deor.19.1, βλέμμα ἵππου Poll.1.192.
3 no acompañado de fiebre, sin fiebre de pers., Hp.Epid.1.1, νοῦσος Aret.SD 1.9.7.
II 1que no se ha puesto al fuego, e.d., no usado, nuevo τρίποδας Il.9.122, Alcm.17.3, λέβητα Il.23.267, op. a ἔμπυρος Pl.Plt.287e, cf. Lg.679a, γῆν ἄπυρον tierra no destruida por el fuego Max.Tyr.41.4
ἄπυρος· ἄκαυστος νεκρός Hsch.
2 que no puede ponerse al fuego φάρμακον S.Tr.685, πινακίσκον Ar.Fr.547.
3 de minerales no fundido, en bruto χρυσίον Hdt.3.97, IG 22.1388B.78 (IV a.C.), Arist.Mir.833b8, Thphr.HP 9.19.3, D.S.2.50, LXX Is.13.12, κύανος Thphr.Lap.55
del azufre nativo Hp.Mul.2.200, Gal.12.903, Plin.HN 37.176, Cels.5.18.14
ἄρδις ... ἄ. aguijón que no es de hierro fundido A.Pr.880
de alimentos no cocido Mnesith.Ath.30.6, σιτία Plu.2.349a, ἄκολος AP 9.563 (Leon.), τροφή D.L.7.26, ἐσθίουσιν ἄπυρον comen (alimentos) crudos Pall.H.Laus.18.1.
4 no fermentado οἶνος mosto Alcm.92a.
III que no arde de sacrificios que no agradan a los dioses, A.A.70, cf. S.Fr.417
λίθος Gerasa 27.
IV adv. -ως sin fiebre Hp.Prorrh.1.119 (var.).

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἄπυρος, -ον) πυρ
1. ο χωρίς φωτιά
2. άβραστος, άψητος
αρχ.-μσν.
φρ. «ἄπυρον θεῑον» — θειάφι φυσικό
αρχ.
1. (για αγγεία και τρίποδες) αυτός που δεν έχει τεθεί στη φωτιά, αμεταχείριστος
2. αυτός που δεν είναι δυνατόν να σταθεί πάνω στη φωτιά
3. (για σπίτι) ανήλιο, ψυχρό
4. (για χρυσό) άλειωτος, ακατέργαστος
5. απύρετος
6. (για θυσίες) αυτή στην οποία δεν χρησιμοποιείται φωτιά
7. (για μέταλλα) αχώνευτος, ακατέργαστος.

Greek Monotonic

ἄπῠρος: ὁ (πῦρ), αυτός που δεν έχει φωτιά, δεν καίει, λέγεται για μαγειρικά αγγεία και τρίποδες που δεν έχουν μπει ακόμη στη φωτιά, καινούριος, αμεταχείριστος, ολοκαίνουριος, σε Ομήρ. Ιλ.· αυτός που δεν έχει φωτιά, δηλ. κρύος, ανήλιος, ψυχρός, οἶκος, σε Ησίοδ.· ἄπυρον χρυσίον, χρυσός που δεν έχει λιώσει στο καμίνι, δηλ. ακατέργαστος, σε Ηρόδ.· ἄπυρα ἱερά, θυσίες κατά τη διάρκεια των οποίων δεν γινόταν χρήση φωτιάς, σε Πίνδ.· στον Αισχύλ. όμως, θυσίες που είναι ανάξιες για το ιερό πυρ, ανόσιες θυσίες ή θυσίες που δεν προσφέρθηκαν λόγω αμέλειας· ἄπυρος ἄρδις, αιχμή του βέλους που δεν έχει χαλκευθεί στη φωτιά, δηλ. το κεντρί της αλογόμυγας, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

ἄπῠρος:
1) незажженный (ἡ δᾴς Luc.);
2) не побывавший на огне, необожженный, т. е. новый (τρίποδες Hom.);
3) неотапливаемый, холодный (οἶκος Hes.);
4) не обработанный на огне, т. е. самородный (χρυσός Arst., Diod. и χρυσίον Her.);
5) невареный, сырой или холодный (ἄριστον, τροφαί Plut.; μέλι Luc.);
6) не выкованный на огне или (с ἀ copulativum) огненный, жгучий (οἴστρου ἄρδις Aesch.);
7) совершаемый без огня (ἱερά Pind. - ср. 8; θυσία Eur.);
8) не загорающийся, т. е. отвергнутый богами (ἱερά Aesch.).

Middle Liddell

[πῦρ]
without fire, of pans and tripods, that have not yet been on the fire, fire-new, brand-new, Il.: — without fire, i. e. cold, cheerless, οἶκος Hes.:— ἄπ. χρυσίον unsmelted, Hdt.:— ἄπυρα ἱερά sacrifices in which no fire was used, Pind.; but in Aesch. sacrifices without fire, i. e. that will not burn, or unoffered, neglected:— ἄπ. ἄρδις an arrow-point not forged in fire, i. e. the sting of the gad-fly, Aesch.