Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄσβεστος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἄσβεστος Medium diacritics: ἄσβεστος Low diacritics: άσβεστος Capitals: ΑΣΒΕΣΤΟΣ
Transliteration A: ásbestos Transliteration B: asbestos Transliteration C: asvestos Beta Code: a)/sbestos

English (LSJ)

ον, also η, ον Il.16.123:—

   A unquenchable, inextinguishable, φλόξ Il. l. c.; not quenched, πῦρ ἄ. D.H.3.67, Plu.Num.9; κλέος Od.4.584; γέλως Il.1.599; βοή 11.50; ἐργμάτων ἀκτὶς καλῶν ἄ. αἰεί Pi.I.4(3).42; ἄ. πόρος ὠκεανοῦ ocean's ceaseless flow, A.Pr.532 (lyr.); πῦρ, of hell, Ev.Marc.9.43.    II as Subst., ἄσβεστος (sc. τίτανος), ἡ, unslaked lime, Dsc.5.115, Plu.Sert.17, Eum.16; ἄ. κονία Lyc. ap. Orib.8.25.16.    2 a mineral or gem, Plin.HN37.146. ἀσβεστώδης· tofus, Gloss.

German (Pape)

[Seite 369] unausgelöscht, unauslöschlich, unvertilgbar, unvergänglich, unaufhörlich; fem. ἀσβέστη φλόξ Iliad. 16, 123, vgl. Scholl. Aristonic. u. Herodian.; φλογὶ ἀσβέστῳ 17, 89; μένος 22, 96; κλέος Od. 4, 584. 7, 333; γέλως Iliad. 1, 599 Od. 8, 326. 20, 346; βοὴ ἄσβεστος Iliad. 11, 50. 500. 530. 13, 169. 540. 16, 267, vgl. Aristoph. Pac. 1287; κλέος Simon. (VII, 251); πῦρ Pallad. 10 (IX, 167); ἀκτίς Pind. I. 3, 60; πόρος Aesch. Prom. 530. Als subst., ἡ, sc. τίτανος, ungelöschter Kalk, Sp.; sc. λίθος, Asbest, Diosc.

French (Bailly abrégé)

ος ou η, ον :
inextinguible ; Ὠκεανοῖο πόρος ἄσβεστος ESCHL étendue sans bornes de l’Océan ; κλέος ἄσβεστον OD gloire éternelle.
Étymologie: ἀ, σβέννυμι.

English (Autenrieth)

(σβέννῦμι): inextinguishable; φλόξ, Il. 16.123; mostly metaph., γέλως, μένος, βοή, κλέος.

English (Slater)

ἄσβεστος, ον
   1 inextinguishable met. διὰ πόντον βέβακεν ἐργμάτων ἀκτὶς καλῶν ἄσβεστος αἰεί (I. 4.42)

Spanish (DGE)

-ον

• Grafía: graf. ἄσβυστος TAM 5.134 (Saitas II d.C.)

• Morfología: [tb. -η, -ον Il.16.123]
I que no se puede apagar, inextinguible φλόξ Il.16.123, φάος Call.Dian.118, πῦρ D.H.3.67, Plu.2.702e, Plu.Num.9, PMag.62.2, 21, Nonn.D.24.67, del infierno Eu.Marc.9.43, λύχνος Plu.2.410b, λυχνίς Nonn.D.45.124
fig. inextinguible, imperecedero γέλως Il.1.599, κλέος Od.4.584, ἔνοσις Hes.Th.849, ἐργμάτων ἀκτὶς καλῶν ἄ. Pi.I.3/4.60, Ὠκεανοῦ ... πόρος A.Pr.531, λύπη TAM l.c.
II subst. ἡ ἄ.
1 cal viva Dsc.5.115, Plin.HN 36.173, Plu.Sert.17, PLeid.X.87, 92, PCair.Isidor.59.28 (IV d.C.), PRain.Med.12.15 (VI/VII d.C.), ἄ. μαρμαρική PHolm.150, ἄ. κονία Lyc.Med.262.
2 asbesto Plin.HN 37.146, Isid.Etym.16.4.4.

• Etimología: Adj. verbal de σβέννυμι q.u., c. ἀ- priv.

English (Strong)

from Α (as a negative particle) and a derivative of σβέννυμι; not extinguished, i.e. (by implication) perpetual: not to be quenched, unquenchable.

English (Thayer)

ἄσβεστον (σβέννυμι), unquenched (Ovid, inexstinctus), unquenchable (Vulg. inexstinguibilis): πῦρ, R G L brackets in 45. (Often in Homer; πῦρ ἄσβεστος of the perpetual fire of Vesta, Dionysius Halicarnassus, Antiquities 1,76; (of the fire on the altar, Philo de ebriet. § 34 (Mang. i. 378); de vict. off. § 5 (Mang. 2:254); of the fire of the magi, Strabo 15 (3) 15; see also Plutarch, symp. 50:7, probl. 4; Aelian nat. an. 5,3; cf. Heinichen on Eusebius, h. e. 6,41, 15).)

Greek Monolingual

και άσβηστος, -η, -ο (AM ἄσβεστος, -ον και -ος, -η, -ον)
1. αυτός που δεν σβήνει ή δεν μπορεί κανείς να τον σβήσει («άσβηστη φωτιά»
«ἀσβέστη φλόξ»
«λυχνίδος ἀσβέστοιο»)
2. εκείνος που δεν σβήνει, που δεν σταματά, ο ακατάπαυστοςάσβηστος καημός», «άσβηστη δίψα»
«άσβεστος γέλως»)
νεοελλ.
ο ανεξίτηλος («μια θλιβερή εικόνα βαμένη με τα αίματα τ' άσβηστα», Παλαμάς)
το θηλ. ως ουσ. (ΑΝ) (ΜΝ και ἀσβέστης, ο
Ν και ασβέστι, το
Μ ἄσβεστον, το) το οξείδιο του ασβεστίου
αρχ.
είδος ορυκτού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ρηματικό επίθετο < α-στερ. + σβέννυμι. Το νεοελλ. άσβηστος < άσβεστος (το -η- κατ' επίδραση του ρ. σβήνω). Το θηλ. του επιθ. άσβεστος χρησιμοποιήθηκε ως ουσιαστικό, για να δηλώσει αφ' ενός μεν (κατά παράλειψη του τίτανος) «την τίτανο που δεν σβήστηκε με νερό, το οξείδιο του ασβεστίου», αφ' ετέρου δε «είδος ορυκτού». Άλλοι τύποι του ουσ. άσβεστος «οξείδιο του ασβεστίου» είναι: μσν.-νεοελλ. ασβέστης και νεοελλ. ασβέστι < μσν. ασβέστιν < ασβέστιον, υποκορ. του ουσ. άσβεστος
μσν. άσβεστον < άσβεστος. Οι τύποι άσβεστος, ασβέστης χρησιμοποιήθηκαν για τον σχηματισμό πολλών λέξεων:
ΠΑΡ. μσν.-νεοελλ. ασβεστώδης, ασβέστωσις(-η)
νεοελλ.
ασβεστάς, ασβέστιος, ασβεστώνω.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. ασβεστοαμμοκονία (-κονίαμα), ασβεστόγαλα, ασβεστοκάμινο (-νος), ασβεστόλακκος, ασβεστόλιθος, ασβεστόνερο, ασβεστόπετρα, ασβεστούχος, ασβεστοχρίω].

Greek Monotonic

ἄσβεστος: -ον και -η, -ον·
I. ακόρεστος, αδιάλειπτος, άσβεστος, ασίγαστος, λέγεται για τη φωτιά, σε Ομήρ. Ιλ.· επίμονος, λέγεται για το γέλιο κ.λπ., σε Όμηρ.· ἄσβεστος πόρος ὠκεανοῦ, ακατάπαυστη, ασταμάτητη ροή του ωκεανού, σε Αισχύλ.
II. ως ουσ., ἄσβεστος (ενν. τίτανος), , ασβέστης, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

ἄσβεστος: II ἡ (sc. τίτανος) негашеная известь Plut.
III ὁ предполож. асбест Plin.
2, редко 3
1) не гаснущий, неугасимый (φλόξ Hom.; λύχνος Plut.; πῦρ Anth.);
2) немеркнущий (κλέος Hom., Anth.; ἐργμάτων καλῶν ἀκτίς Pind.);
3) неослабевающий, несмолкающий (βοή, γέλως Hom.);
4) неукротимый (μένος Hom.);
5) непрекращающийся, неиссякающий (πόρος Ὠκεανοῦ Aesch.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: unquenchable, unextinguishable (Il.).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Verbal adj. of σβέννυμι. As subst. either of unslaked lime (τίτανος) or of an unknown combustible mineral. Never asbest (= ἀμίαντος). Diels KZ 47, 203ff.

Middle Liddell


I. unquenchable, inextinguishable, of fire, Il.; of laughter, etc., Hom.; ἄσβ. πόρος ὠκεανοῦ ocean's ceaseless flow, Aesch.
II. as Subst., ἄσβεστος (sc. τίτανος), unslaked lime, Plut.

Frisk Etymology German

ἄσβεστος: {ásbestos}
Grammar: Verbaladj. von σβέννυμι,
Meaning: unlöschbar, ungelöscht (seit Il.).
Etymology : Als Subst. entweder vom "ungelöschten" Kalk (τίτανος) oder von einem brennbaren Mineral unbestimmter Art. Dagegen niemals Asbest (= ἀμίαντος). DielsKZ 47, 203ff.
Page 1,160

Chinese

原文音譯:¥sbestoj 阿-士卑士拖士
詞類次數:形容詞(4)
原文字根:不-(可)消滅(的) 相當於: (הֲלֹא‎ / לֹא‎ / לֹה‎)+ (נָפַח‎)
字義溯源:不被熄滅的,不能撲滅的,不滅的;由(α / ἄλφα)= (ἄνευ)*=不)與(ζβέννυμι / σβέννυμι)*=熄滅)組成
出現次數:總共(4);太(1);可(2);路(1)
譯字彙編
1) 不滅的(2) 太3:12; 路3:17;
2) 滅(1) 可9:45;
3) 不滅(1) 可9:43