Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄστοργος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἄστοργος Medium diacritics: ἄστοργος Low diacritics: άστοργος Capitals: ΑΣΤΟΡΓΟΣ
Transliteration A: ástorgos Transliteration B: astorgos Transliteration C: astorgos Beta Code: a)/storgos

English (LSJ)

ον, A without natural affection, ἄστοργος ψυχήν Aeschin.2.146; ὥστοργος the heartless one, Theoc.2.112, cf. Lyr.Alex. Adesp.6.9; ἄ. γυνή Theoc.17.43; ἄ. πρὸς τὰ ἔκγονα Clytus I, cf. IG 12(5).14 (Ios); ἄ. θάνατος cruel, AP7.662 (Leon.), IG3.1374. 2 without attraction, Plu.2.926f:—also ἀστόργης (sic) An.Ox.1.50.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 376] ohne Liebe zu den Jungen, πρὸς τὰ ἔκγονα Ath. XIV, 655 a; übh. grausam, Theocr. 17, 43; θάνατος Leon. Al. 41 (VII, 662).

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 sans affection pour ses proches;
2 non aimable, peu attrayant.
Étymologie: ἀ, στέργω.

Spanish (DGE)

-ον
I 1que ejerce poca atracción ἄκρατοι καὶ ἄστοργοι καὶ μονάδες αἱ τῶν ὅλων ἀρχαί Plu.2.926e.
2 que no siente amor, desalmado, cruel de mujeres ἀστόργου δὲ γυναικὸς ἐπ' ἀλλοτρίῳ νόος αἰεί Theoc.17.43, ἡ ἄ. ἐγὼ πεπίστευκα Ach.Tat.6.16.3, de hombres ὥστοργος Theoc.2.112, μούναν μ' ἀφεὶς ἄλοχον, ἄστοργ', ἄπεις Lyr.Alex.Adesp.6.9, cf. Nic.Th.552, Ep.Rom.1.31, 2Ep.Ti.3.3, Hsch., Sud.
de animales ἄστοργον πρὸς τὰ ἔκγονα τὸ ὄρνεον Clytus 1, ᾍδης ... ἀστόργου θηρὸς ἔχων κραδίην IG 9(1).489.4 (Acarnania II a.C.), cf. Ach.Tat.1.14.3
fig. ἀ. θάνατος AP 7.662 (Leon.)
gener. brutal y sin sentimientos θηριώδη καὶ τὴν ψυχὴν ἄστοργον Aeschin.2.146.
II adv. -ως sin afecto τοῖς ἀστόργ<ω>ς γονεῦσιν διακειμένοις Hymn.Is.21 (Cime), cf. Hymn.Is.17 (Ios).

English (Strong)

from Α (as a negative particle) and a presumed derivative of stergo (to cherish affectionately); hard-hearted towards kindred: without natural affection.

English (Thayer)

ἀστοργον (στοργή love of kindred), without natural affection: Aeschines, Theocritus, Plutarch, others.)

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἄστοργος, -ον)
ο χωρίς στοργή, ο άκαρδος, ο σκληρός
αρχ.
ο δίχως θέλγητρο ή γοητεία.

Greek Monotonic

ἄστοργος: -ον (στοργή), αυτός που δεν έχει φυσική στοργή, σε Αισχίν.· ὥστοργος (δηλ. ὁ ἄστοργος), άκαρδος, σκληρός, σκληρόκαρδος, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

ἄστοργος:
1) лишенный чувства любви, бессердечный Aesch., Theocr.;
2) безжалостный, жестокий (γυνή Theocr., Plut.; θάνατος Anth.).

Middle Liddell

στοργή
without natural affection, Aeschin.; ὥστοργος (i. e. ὁ ἄστ.) the heartless one, Theocr.

Chinese

原文音譯:¥storgoj 阿-士拖而哥士
詞類次數:形容詞(2)
原文字根:不-正常親情的
字義溯源:硬心的,無親情的;由(α / ἄλφα)= (ἄνευ)*=無)與(στενοχωρία)X*=親情地撫育)組成
出現次數:總共(2);羅(1);提後(1)
譯字彙編
1) 無親情(1) 提後3:3;
2) 無親情的(1) 羅1:31